Πρώτα πρώτα να επισημάνουμε ότι δεν είμαστε ιστορικοί, αλλά δύο απλοί λάτρες της ιστορίας του νησιού μας. Οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τις δυνατότητες που δίνουν οι νέες τεχνολογίες, θα προσπαθήσουμε να φέρουμε στην επιφάνεια άγνωστες πληροφορίες για την ιστορία του νησιού μας. Παράλληλα θα καταγράψουμε τα σημεία εκείνα , που έχουν κάποιο ιστορικό ενδιαφέρον για τον τόπο μας, αλλά έχουν αγνοηθεί μέχρι σήμερα. Απλώς για να μείνουν ως ντοκουμέντα, μιας και μέρα με την ημέρα εξαφανίζονται.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοράκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοράκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Μπεράτι του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή για την Κάρπαθο.

Το αναφερόμενο Οθωμανικό Μπεράτι 
   Στο αρχείο της Ιεράς Μονής Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο, βρέθηκε ένα πρωτότυπο μπεράτι (1) του  Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (κυβέρνησε από το 1520 έως το 1566), με το οποίο ορίζεται ο πρώτος επίσκοπος Καρπάθου της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Όπως συνηθιζόταν, δεν γράφεται το επισκοπικό όνομα, αλλά αυτό που είχε ως πολίτης. Τι μας λέει αυτό το Οθωμανικό έγγραφο. Ότι το 1548, ο παπά Γιάννης του Καζά της Ρόδου (ήταν Ροδίτης δηλαδή), έλαβε τη θέση του Επισκόπου Καρπάθου με τη μεσολάβηση του Δραγουμάνου της Αυλής του Σουλτάνου Γιουνούς, αφού εξαγόρασε τη θέση καταβάλλοντας 6 φλουριά (κάθε φλουρί περιείχε χρυσό περίπου 3,5γραμ, γι΄ αυτό και είχε μεγάλη αξία.) Η εξαγορά θέσης ανώτατου ιεράρχη ήταν συνήθης πρακτική, ακόμα και για τον Πατριάρχη. Το 1551, ο Επίσκοπος ζητά μπεράτι για τη θέση του αυτή και όχι απλό έγγραφο, το οποίο και του εκδίδεται. Ίσως να μην έγινε δεκτός ως επίσκοπος από τις αρχές του νησιού, ίσως ακόμα και από το ίδιο το Πατριαρχείο με το απλό έγγραφο που κατείχε, και γι΄ αυτό ζήτησε το μπεράτι, το οποίο ήταν το ενδεδειγμένο αποδεικτικό έγγραφο της εποχής για τη θέση αυτή. Όφειλε το μπεράτι να το έχει πάντα μαζί του, να το επιδεικνύει σε κάθε αρχή για να λαμβάνει τις αναγκαίες αναγνωρίσεις και προστασία που του πρόσφερε η θέση του. Με το μπεράτι αυτό, θα επέστρεφε στο νησί, θα το επιδείκνυε στην Καδή, αυτός θα καλούσε τους προεστούς των χωριών και θα τους ανακοίνωνε την απόφαση του Σουλτάνου και θα ζητούσε από αυτούς να κάνουν υπακοή στον νέο τους επίσκοπο. 

  Το ζήτημα είναι ότι ο πρώτος γνωστός επίσκοπος Καρπάθου είναι ο Ιωαννίκιος, ο οποίος στους καταλόγους εμφανίζεται να κατέχει τη θέση του επισκόπου για την περίοδο 1562-1576,ενώ στο έγγραφο αυτό έχουμε προγενέστερη ημερομηνία. Δύο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Η πρώτη είναι ότι είναι διαφορετικός επίσκοπος, του οποίου το ιερατικό όνομα δεν έχει διασωθεί και η δεύτερη (η πιο πιθανή), ότι πρόκειται για τον Ιωαννίκιο, ο οποίος αν και είχε οριστεί Επίσκοπος, δίχως τη γνώση (ή την αποδοχή) του Πατριαρχείου, αυτό τον αναγνώρισε το 1962. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός, ότι στο μπεράτι αυτό, δεν αναφέρεται πουθενά ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, γεγονός ασυνήθιστο. Όπως και να έχει, το έγγραφο αυτό, ουσιαστικά είναι η απόφαση επανασύστασης της Αρχιεπισκοπής Καρπάθου, μετά την κατάργησή της κατά τους χρόνους που το νησί διοικούσαν οι Ενετοί Cornaro.

  Άλλα σημεία που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό είναι:  

  Τα χωριά τα οποία αναφέρονται είναι το Κοράκι (το μετέπειτα Μεγάλο Χωριό, το σημερινό Απέρι και Βωλάδα), η Όλυμπος και οι Μενετές.

Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής
  Ο επίσκοπος πέρα από το ποιμαντικό έργο, είχε και δικαστικές αρμοδιότητες σε θέματα οικογενειακού δικαίου αλλά και εισπρακτικές, καθώς εισέπραττε τους αναλογούντες φόρους για το Πατριαρχείο. Επίσης ελάμβανε τα έσοδα από την τυχόν εκκλησιαστική περιουσία της ενορίας του. Επίσης, αν πέθαινε κάποιος μοναχός ή κληρικός άκληρος, τότε ανάλογα με το ποσό, κατέβαλε την περιουσία του είτε στο Πατριαρχείο είτε στο κράτος.

  Πολύ σημαντική είναι και παράγραφος που αναφέρεται στην προστασία των Χριστιανών από βίαιο εξισλαμισμό και η προστασία της εκκλησιαστικής περιουσίας. 

  Η ανάγνωση του αυτοκρατορικού αυτού εγγράφου είναι άκρως ενδιαφέρουσα:

Μπεράτι του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (πλήρης μετάφραση): 

 1551, 30 Ιουνίου : 958, 25 Τζεμάζη ουλ-αχήρ. 

                                                 Ο Θεός

 Σουλεημάν-σαχ, γιος του Σελήμ-σαχ-χαν, πάντοτε νικητής. 

   Ο ορισμός του τιμημένου υψηλού αυτοκρατορικού σήματος και του λαμπρού κοσμοκρατορικού ηγεμονικού τουρά είναι ο εξής. 
Κατά το παρελθόν ο μοναχός ο ονομαζόμενος παπα-Γιάννης στον 
καζά της Ρόδου, στα χωριά τα ονομαζόμενα Κοράκι, Όλυμπος και 
Μενετές, που βρίσκονται στο νησί Κάρπαθος (Kerpe), επειδή αυτά 
ήσαν αδέσποτα και μη καταχωρισμένα στο κατάστιχο, και επειδή, για να γίνει επίσκοπος στους απίστους των παραπάνω χωριών παρέδωσε, μέσω του δραγομάνου της υψηλής μου Αυλής Γιουνούς (ας αυξηθεί η ικανότητα του), έξι φλουριά στο ηγεμονικό μου θησαυροφυλάκιο κατά την 27η ημέρα του μηνός Ρετζέπ του έτους 955 [1548, 1 Σεπτεμβρίου], έλαβε το επισκοπικό αξίωμα για τους απίστους των παραπάνω χωριών και κατέλαβε τη θέση με έγγραφο. 
  Τώρα, επειδή έφερε το έγγραφο του στην υψηλή αυλή μου και επειδή ζήτησε ένα τιμημένο μπεράτι, εφόσον επιβεβαιώθηκε πως στο ηγεμονικό κατάστιχο κατείχε το αξίωμα του επισκόπου, του δίνω αυτό το αυτοκρατορικό μπεράτι μου και διατάσσω τα ακόλουθα. 
  Να πάει να γίνει επίσκοπος σύμφωνα με τις μάταιες θρησκευτικές πρακτικές τους. Οι  ηγούμενοι, οι παπάδες, οι καλόγεροι κι οι λοιποί άπιστοι αυτού του τόπου να αναγνωρίσουν τον παραπάνω ως επίσκοπο και να απευθύνονται σ' αυτόν σχετικά με ζητήματα που εξαρτώνται από το επισκοπικό του αξίωμα - να μην πράττουν διαφορετικά. Και να νέμεται και αυτός τις  εκκλησίες, τα αμπέλια, τους κήπους, τα μοναστήρια, τους μύλους, τα αγιάσματα, τα πανηγύρια και, συνολικά, τα βακούφια των εκκλησιών, που εξαρτώνται από την επισκοπή του, με τον ίδιο τρόπο, με τον όποιον συνήθιζαν να τα νέμονται όσοι ήσαν επίσκοποι. 
   Όταν πεθάνει ένας καλόγερος ή ένας παπάς, αν, σύμφωνα με τις 
μάταιες θρησκευτικές πρακτικές τους, έχει κάνει οποιαδήποτε διαθήκη για μία εκκλησία, να γίνεται δεκτή. Και αν πεθάνει ένας καλόγερος ή ένας παπάς χωρίς να αφήσει κληρονόμο, αν η περιουσία του είναι κάτω των 5.000 [άσπρων](3), σύμφωνα με τον νόμο που συνηθιζόταν από παλαιά, να κατακρατείται για τον Πατριάρχη • ως προς το ζήτημα αυτό να μην επεμβαίνει ο μεβκουφτζής.(2) Και [αν η περιουσία του είναι] 5.000 ή παραπάνω από 5.000, το παραπάνω ποσό από 5.000 [άσπρα] να κατακρατείται για το δημόσιο. 
  Αν μια "άπιστη" γυναίκα εγκαταλείψει τον άντρα της ή ένας άπιστος άντρας πρόκειται να χωρίσει την γυναίκα του, να μη μεσολαβεί ανάμεσα τους κανένας άλλος εκτός από τον επίσκοπο. Και στο ζήτημα γάμου, και επίσης κληρονομιάς των απίστων που πεθαίνουν, με όποιο  τρόπο ήσαν από παλιά οι μάταιες θρησκευτικές πρακτικές τους, και  πάλι έτσι να είναι. 
   Κανένας, αντίθετα προς τον ιερό νόμο, να μην κάνει ένα άπιστο με 
την βία Μουσουλμάνο. Και κανένας Μουσουλμάνος να μην πηγαίνει και ασκεί βία, με κανένα τρόπο, στην εκκλησία του αναφερομένου [επισκόπου]. Και κανένας, με κανένα τρόπο, να μην παίρνει με την βία τα άλογα του και τα υποζύγια του, όταν [ο επίσκοπος] πηγαίνει να συλλέξει τους  φόρους του.
  Συνολικά, να ασκεί και αυτός το επισκοπικό αξίωμα στους απίστους του νησιού με τον ίδιο τρόπο, με τον όποιο συνήθιζαν ως τώρα όσοι ήσαν επίσκοποι σύμφωνα με τις ανώφελες συνήθειες τους. 
  Αυτά να γνωρίζουν. Να έχουν εμπιστοσύνη στο τιμημένο μου σύμβολο. 
   Γράφηκε την 25η ημέρα του μήνα Τζεμάζη ουλ-αχήρ του έτους 958  [30 Ιουνίου 1551]. 
 Στην κατοικία της Κωνσταντινούπολης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΔΕΚΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (1483-1567), Ελισάβετ Α. Ζαχαριάδου, ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, ΑΘΗΝΑ 1996

(1) μπεράτι: Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η λέξη μπεράτι (τουρκ. berat, από την αραβική barā'at που σημαίνει "έγγραφο/επιστολή") ήταν ένα επίσημο σουλτανικό διάταγμα ή έγγραφο παροχής προνομίων.

(2) Ο μεβκουφτζής (τουρκ. mevkufatçı) ήταν τίτλος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που αναφερόταν στον ελεγκτή ή υπάλληλο του γραφείου που διαχειριζόταν τα κατασχεθέντα/δεσμευμένα έσοδα του κράτους.

(3) άσπρα: Τα άσπρα" ήταν η ελληνική ονομασία για το βασικό ασημένιο νόμισμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ακτσέ (τουρκ. akçe, που σημαίνει "άσπρο" ή "λευκό").  Ενδεικτικά, γύρω στο 1669, ένα βενετικό δουκάτο (χρυσό) άξιζε περίπου 250 άσπρα.''   

                                   ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗΣ


Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Μάης του 1318. Αποβίβαση Τούρκων στο νησί και καταστροφή του....

   Στα Βιβλία Μνήμης της Δημοκρατίας της Βενετίας, οι οποίες καταγράφηκαν το 1876, τόμος 1, βρίσκουμε διάφορες αναφορές για την Κάρπαθο και τον Andrea Cornaro (ιδιοκτήτη του νησιού). Αυτή, με την οποία θα ασχοληθώ σε αυτήν την εγγραφή μου, είναι η αναφορά 107.


  107. 21 Ιουνίου 1318

  Ο Nicolo Zane Δούκας του Χάνδακα (Ηράκλειο) και οι σύμβουλοί του γράφουν στον Δόγη (τον ανώτατο άρχοντα της Δημοκρατίας της Βενετίας). Οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν τον Marco Kontarini στη θάλασσα, κατέστρεψαν το νησί της Σαντορίνης του Andrea Barozzi και επίσης πήραν πολλούς Κρητικούς και τις βάρκες τους στη θάλασσα. Ο Δούκας έγραψε στους Τούρκους, οι οποίοι απάντησαν φιλικά, ότι αν υποδείκνυαν τις βενετικές κτήσεις, δεν θα τις άγγιζαν. Αυτό έγινε, αλλά παρά ταύτα, αποβιβάστηκαν τον Μάιο στο νησί της Καρπάθου του Andrea Cornaro και το απογύμνωσαν από ανθρώπους και ζώα. Τώρα απειλούν τον Χάνδακα προς τη Σητεία, μαζί με Καταλανούς. Ο Δούκας ετοιμάζεται να τους δεχτεί. Πρόσφατα έκαναν άλλη μια επιδρομή στη Σαντορίνη. Ο Δόγης πρέπει τώρα να αναλάβει δράση και να στείλει τις διαταγές του.  Χάνδακας (βλ. αρ. 115).

  Ας δούμε τώρα τι εξάγουμε ως συμπεράσματα από την παραπάνω αναφορά:

  Ως προς την Κάρπαθο: Τον Μάη του του 1318, οι Τούρκοι κουρσεύουν την Κάρπαθο, απογυμνώνοντάς την από ζώα και ανθρώπους. Πρόκειται για μια είδηση, που επιβεβαιώνει μια πειρατική ενέργεια και στην Κάρπαθο. Επιπλέον σίγουρα ήταν μια μεγάλη καταστροφή όταν μιλάμε για απογύμνωση από ζώα και ανθρώπους, (όσο υπερβολικό κι αν θα μπορούσε να είναι το έγγραφο) για το νησί. 

  Βρισκόμαστε μόλις στα πρώτα χρόνια της ηγεμονίας της Ενετικής οικογένειας των Κορνάρων. Ο Andrea Cornaro κατέλαβε την Κάρπαθο το 1306, η οποία μέχρι τότε βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Γενουατών κουρσάρων Ανδρέα και Λουδοβίκου Μορέσκο (Moresco). Γενικά είναι μια δύσκολη εποχή για το Αιγαίο, η πειρατεία σε όλη τη μεταβυζαντινή εποχή οργιάζει, όπου Βενετοί, Γενουάτες, Καταλανοί, Οθωμανοί, Μαροκινοί κ.α. πειρατές κάνουν δύσκολη τη ζωή των ανθρώπων που ζούσαν στα παράλια ή τα νησιά. Το ίδιο όπως μας δείχνει η αναφορά αυτή, συνέβαινε και στην Κάρπαθο. Από αυτά που ξέρουμε, παράλιοι οικισμοί δεν υπάρχουν, ένα μεσόγειο κεντρικό χωριό μόνο γύρω από το κάστρο του Κορακίου, άλλο ένα πιθανόν στη βόρεια Κάρπαθο, πιθανόν και άλλοι μικρότεροι οικισμοί στα ορεινά και όσο γίνεται αθέατοι από τη θάλασσα. 

  Ως προς το Αιγαίο γενικότερα: Η ίδια αναφορά μας λέει για κάποια συμφωνία με τους Τούρκους, η οποία τους εξασφαλίζει ότι, αν οι Τούρκοι γνωρίζουν τις Βενετικές κτήσεις, δεν θα τις πειράξουν. Αυτή όμως η συμφωνία δεν τους εμπόδισε στην περίπτωση της Καρπάθου. Είναι αλήθεια ότι βρισκόμαστε στο μεταίχμιο μιας εποχής, όπου οι Σελτζούκοι Τούρκοι έχουν πλέον υποχωρήσει και τη θέση τους καταλαμβάνουν οι Οθωμανοί. Το Οθωμανικό κράτος ιδρύθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα από τον Οσμάν τον Α΄, ο οποίος προσπαθούσε να ελέγξει πολλά μικρά εμιράτα, τα μπεϊλίκια. Κάποια σίγουρα δεν υπάκουαν ακόμα τις συμφωνίες της κεντρικής διοίκησης. Ή μπορεί πάλι να δρούσαν σκόπιμα, με απώτερο σκοπό την αποδυνάμωση των Δυτικών Ναυτικών Βάσεων, ώστε να επικρατήσουν αυτοί τελικά στο Αιγαίο. Μην ξεχνάμε ότι πολλές φορές, όπως είδαμε και στην περίπτωση των αδελφών Moresco από τη Γένοβα, τα όρια της πειρατείας και της νόμιμης διοίκησης είναι δυσδιάκριτα.

   Βασίλειος Διακοβασίλης

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Αναφορά για το Κάστρο της Καρπάθου ( 1522 ) ή πότε έπεσε η Κάρπαθος στα χέρια των Οθωμανών;



1523, 5 Φεβρουαρίου
Αρ. αναφοράς 2818. ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ,
Οι φύλακες του φρουρίου στο νησί Κάρπαθο καταλαβαίνουν, από σημείωμα του Ferrerius de Monolita , με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου (1522), ότι ο Τούρκος, έχοντας χάσει 100 λάβαρα, 22.000 Γενίτσαρους και δύο πασάδες, εγκατέλειψε την πολιορκία για ένα διάστημα, και τις υπόγειες στοές εντελώς (λαγούμια που έσκαβαν με σκοπό να βρεθούν κάτω από το τείχος, για να το ανατινάξουν). Θα είχε παραιτηθεί εντελώς από την πολιορκία (ο Τούρκος), αν δεν είχε απαγάγει από την πόλη έναν Αλβανό αποστάτη και ο οποίος τον είχε προτρέψει να επιμείνει (στην πολιορκία), καθώς οι Ρόδιοι είχαν μεγάλη έλλειψη από τα πάντα, ειδικά από κρασί. .....

Το παραπάνω κείμενο είναι αναφορά προς τον Βασιλιά της Αγγλίας, τον Ερρίκο τον 8ο, σχετικά με την πτώση της Πόλης της Ρόδου, την οποία ήλεγχαν μέχρι τον Αύγουστο του 1522 οι Ιωαννίτες Ιππότες.
Μετά τη ναυμαχία της Ρόδου και τη συντριπτική επικράτηση του Οθωμανικού στόλου, όπως μας είναι γνωστό, υπογράφτηκε πρωτόκολλο αποχώρησης της εναπομείνασας φρουράς του Κάστρου της Ρόδου. Έτσι όλη η Ρόδος και τα γύρω νησιά της (όχι η Κάρπαθος), περιήλθαν στην εξουσία της Υψηλής Πύλης. Ως ημερομηνία κατάληψης των νησιών αυτών θεωρείται ο Αύγουστος - Σεπτέμβρης του 1522.
Η Κάρπαθος ήταν Βενετική κτήση (ανήκε στην οικογένεια Cornaro), αλλά όπως καταλαβαίνουμε καμία σοβαρή υποστήριξη δεν θα μπορούσε να λάβει από την Κρήτη, λόγω της σπουδαιότητας που είχε η Κρήτη για τους Ενετούς, αλλά και την απουσία σοβαρών αμυντικών υποδομών στο νησί. Ήταν δεδομένο ότι κάποια στιγμή θα ακολουθούσε τη μοίρα της Ρόδου.
Ο Άγγλος Βασιλιάς ενημερώνεται για το γεγονός πέντε μήνες αργότερα, με σχετικές αναφορές, που του έρχονται από σημείωμα του Ferreirus de Monolita (O Ferreirus της Μονόλιθου), με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 1522, το οποίο έλαβαν οι υπερασπιστές του φρουρίου της Καρπάθου. (Πιθανότατα στο Κοράκι)

  Άρα συμπεραίνουμε ότι κατά την ημερομηνία αυτή, τουλάχιστον δύο μήνες μετά την κατάληψη της Ρόδου, η Κάρπαθος έχει ακόμα τη δική της Ενετική φρουρά, στο δικό τους Κάστρο.

  Είναι γνωστό ότι η Κάρπαθος τελικά καταλήφθηκε από τους Τούρκους  το 1538, από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, αλλά δεν γνωρίζουμε με τι όρους έγινε αυτό. Πάντως υπάρχει αλληλογραφία μεταξύ της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας και της Υψηλής Πύλης, για να αποδοθούν και πάλι τα νησιά Κάρπαθος και Κάσος στην οικογένεια Cornaro, αλλά αυτό φυσικά δεν έγινε δεκτό από τον Σουλεϊμάν Α΄ τον Μεγαλοπρεπή. (Δες Ιστορία της Καρπάθου Γ.Μ. Νουάρου - Μιχαηλίδη.)
Από τον τρόπο όμως που διοικούνταν το νησί από τους Οθωμανούς, υποψιαζόμαστε ότι παραδόθηκε, τουλάχιστον αυτό πρέπει να έπραξαν οι ντόπιοι κάτοικοί του με ανακούφιση. Οι οποίοι υπέφεραν μαζί με όλα τα νησιά, εξαιτίας της μαζικής επιστράτευσης της νεολαίας τους στις γαλέρες της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, που συνεχώς έκαναν επιδρομές εναντίον του Οθωμανικού στόλου ή και συγκρούονταν σφοδρά.
  Τα παραπάνω πρέπει να απηχεί το παραδοσιακό, συρματικό τραγούδι της Καρπάθου, Ναυτόπουλο ψυχομαχεί: Το τραγούδι απαντάται, σε διάφορες παραλλαγές, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Φωνές και κλάματα άκουσα στης Kύπρου το μπογάζι θαρρώ βουβάλια σφάζουσι, θαρρώ θεριά μερώνου(ν), θαρρώ κι οι Tούρκοι επαίξασι πόλεμο με τους Φράγκους. Mη(τ)έ βουβάλια σφάζουσι, μη(τ)έ θεριά μερώνου(ν), μη(τ)έ κι οι Tούρκοι επαίξασι, πόλεμο με τους Φράγκους. Nαυτόπουλο ψυχομαχεί στου καραβιού την πλώρη. Δεν έχει μάνα να τον κλαί, κύρη να τον λυπάται. Oύτ' αδερφόν ούτ' αδερφή να τον μοιρολοάται. Tον κλαιν' οι νύχτες κι οι αυγές. Kαράβι, καραβάκι που πας γιαλό-γιαλό αν πας γιά το Διαφάνι, στάσου να ρθω και γω. Tον κλαιν' οι νύχτες κι οι αυγές, κι όλο το ναυτολόι. Σηκώσου ναύτη μας καλέ, ναύτη μας παινεμένε να κουμπασάρεις το(ν) καιρό, να μπούμε σε λιμνιώνα. Eγώ σας λέω δεν μπορώ, και σεις μου λέτε σήκου. Για φέρτε μου την χάρτα μου, τ' αργυροκούμπασό μου να κουμπασάρω το(ν) καιρό, να μπούμε σε λιμνιώνα. Bαστάτε με να σηκωθώ, κραείτε με μην πέσω. Θωρείτε κείνο το βουνό, το πιό ψηλόν απ' όλα πού 'χει αντάρα στη(ν) κορφή και καταχνιά στη μέση. Mη(τ)έ πεζός περνά από κει, μη(τ)έ και καβαλάρης. Eκεί να πα ν' αράξετε που 'χει καλό λιμνιώνα. Nα βγουν οι ναύτες για νερό κι οι μάγειρες για ξύλα και τα μικρά ναυτόπουλα να βγου(ν) να σκάψουν μνήμα. Nα μην το σκάψουσι ψηλά, κοντά στο περι(γ)ιάλι να μου χτυπάει η θάλασσα απάνω στο κεφάλι κι απ' τη δεξιά του τη μεριά αφήστε παραθύρι να μπαίνει αέρας της αυγής κι ο ήλιος της ημέρας. Tη(ν) πλάκα βάζω πεθερά, τη μαύρη γη γυναίκα τα χοχλακούλια του γιαλού, αδέρφια και ξαδέρφια.
Περισσότερα στοιχεία για το Συρματικό τραγούδι, στα σχόλια που το συνοδεύουν.

Η Μονόλιθος είναι οχυρά θέση πάνω από την πόλη της Ρόδου, όπου εκεί έγιναν συγκλονιστικές μάχες μεταξύ των Ιωαννιτών Ιπποτών και των Οθωμανών, αλλά παρά την πολύ καλή οχύρωση του Κάστρου, στο τέλος λύγισαν οι Ιππότες χάνοντας το στόλο τους. Από το σημείωμα του Ferreirius, μαθαίνουμε ότι σε σφοδρή μάχη οι Οθωμανοί έχασαν 100 λάβαρα (τα οποία ως σηματοδότες έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στη μάχη), 22 χιλιάδες Γενίτσαρους και 2 Πασάδες. Αυτό πτόησε του Τούρκους, σκεπτόμενοι να αποχωρήσουν. Ένας όμως Αλβανός αποστάτης, τους ενημέρωσε ότι η πόλη ήταν σε δύσκολη θέση, κι έτσι η πολιορκία συνεχίστηκε με θετική έκβαση αυτή τη φορά για τους Τούρκους.

Οθωμανική αναπαράσταση της κατάληψης της Ρόδου,
 από τη σειρά πινάκων αφιερωμένων στον Σουλεϊμάν Α΄ τον Μεγαλοπρεπή.

YΓ: Η παραπάνω αναφορά βρίσκεται στο πρωτόκολλο του Βασιλιά Ερρίκου του 8ου της Αγγλίας (1509-1547)
Ντοκουμέντα, σύλληψη ιδέας: Μιχάλης Ζερβουδάκης,
Ιστορική Τεκμηρίωση: Βασίλειος Διακοβασίλης


Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

Μεσαιωνικές θέσεις στην περιοχή του Κορακίου ( Μεγάλο χωριό)

  Το 1994-95, ως δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Απερίου, αποφάσισα να γράψω μια εργασία με την ιστορία του χωριού. Εγχείρημα που σίγουρα έκρυβε κινδύνους, ίσως απερίσκεπτο μιας και δεν είμαι ιστορικός, αλλά αναγκαίο. Διότι κάθε ένας πρέπει να ξέρει την μικρή ιστορία, την ιστορία του δικού του τόπου, την τοπική ιστορία. Την ίδια ανάγκη είχαν και οι δικοί μου μαθητές. Τριάντα χρόνια μετά, σε συνεργασία με τον παιδικό μου φίλο και συνάδελφο Μιχάλη Ζερβουδάκη, ερχόμαστε να καλύψουμε  ένα κενό. Πατώντας πάνω στην εργασία αυτή, να στοιχειοθετήσουμε όσα είχα γράψει τότε. Όχι να κάνουμε ιστορική έρευνα, αλίμονο, αλλά να καταγράψουμε με τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας, όσα ιστορικά τεκμήρια υπάρχουν για τον τόπο μας, για να τα διασώσουμε, να υπάρχουν κάπου καταγεγραμμένα με ντοκουμέντα για τις μελλοντικές γενιές. Και πιστέψτε με τα σημεία αυτά είναι πολλά....

  Στην εργασία μου αυτή, πέρα από την αναγκαία βιβλιογραφία, είχα συμπαραστάτες μου τον αείμνηστο καθηγητή μου Ηλία Ζερβουδάκη, ο οποίος με καθοδηγούσε βήμα βήμα, τον αείμνηστο κ. Γεώργιο Λυριστή με τη βιβλιοθήκη του, τον κ. Μιχαλάκη Λαμπρινό με τις γνώσεις του και τον αγαπητό συνάδελφο Κωστή Μαντινάο επί του πεδίου.

 Παρακάτω ένα απόσπασμα από την εργασία εκείνη:

  Πρώτη γραπτή μαρτυρία για οικισμό στην περιοχή του Απερίου είναι του 1422 απ' τον Χριστόφορο Buondelmonti, ο οποίος δεν επισκέφτηκε την Κάρπαθο ο ίδιος, αλλά συγκέντρωσε τις πληροφορίες του απ' τη Ρόδο. Γράφει «...υψηλά δε παρά το όρος Χόμαλη φαίνονται οι πόλεις Μενεταίς και Κοράκι (Corachi)...». Το Koράκι απ' ότι γνωρίζουμε από νεότερα έγγραφα ήταν ο κοινός οικισμός των σημερινών χωριών Απερίου και Βωλάδας. Έτσι δηλαδή ονομαζόταν το τότε χωριό ως το 1800 περίπου. Αν όμως θέλουμε να πιάσουμε το νήμα της ιστορίας από ακόμα πιο μπροστά, θα πρέπει να γυρίσουμε στο 650 μ.Χ. Όταν ο Άραβας διοικητής της Συρίας Μωαβίας, λεηλατεί και καταστρέφει αγρίως την Κάρπαθο. Οι εναπομείναντες κάτοικοι της Καρπάθου, που ως τότε διέμεναν κυρίως στα παράλια, (δυο από τις πόλεις τους ήταν το Ποσείδιον και η Αρκεσεία, ασφαλώς και εγκατέλειψαν οριστικά τα παράλια και εγκαταστάθηκαν στο εσωτερικό του νησιού.

  Πιθανόν οι Βυζαντινοί κάτοικοι της Αρκεσείας να κατοίκησαν γύρω από την οχυρή περιοχή των Μενετών και οι κάτοικοι του Ποσειδίου να κατοίκησαν στην περιοχή από το Απέρι, Βωλάδα, ως και το Όθος. Το ότι οι πρόγονοι των Απεριτών κατοικούσαν στην περιοχή του σημερινού Όθους, πιστοποιείται από τον Μ. Γ. Νουάρο – Μιχαηλίδη, ο οποίος αναφέρει ότι στο Όθος υπήρχαν πολλά χωράφια τα οποία ανήκαν σε Απερίτες και Βωλαδιώτες. Κατά τον καθηγητή Μανόλη Μελά, πρέπει οι τότε κάτοικοι του νησιού να επέστρεψαν στην περιοχή του σημερινού Απερίου ,από όπου κατά την αρχαιότητα ξεκίνησαν για να κατοικήσουν στο αρχαίο Ποσεί, ασφαλώς σε καιρούς ειρηνικούς και ασφαλείς για το Αιγαίο (500 π.Χ. ὡς 650 μ.Χ.).
Από τον 7ο μ.Χ. αιώνα λοιπόν και πίσω πιστεύεται ότι οι κάτοικοι του νησιού εγκαταλείπουν τα παράλια και εγκαθίστανται στο εσωτερικό του νησιού. Λίγα είναι τα λείψανα που υπάρχουν στο νησί για την περίοδο από το 650 μ.Χ. ώς την εποχή της δυναστείας των Κορνάρων και ακόμα λιγότερες οι πληροφορίες από κείμενα της εποχής. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το νησί ερημώθηκε, απλώς οι νέοι οικισμοί δεν μπόρεσαν πια ν' αποκτήσουν την αίγλη των αρχαίων. Αυτό εξηγείται από το γεγονός της συνεχούς ταραχής που επικρατεί στο Αιγαίο κατά την περίοδο αυτή. Κυριαρχία των Σαρακηνών, που δρουν ως επιδρομείς κι όχι ως κυρίαρχοι, με μικρά φωτεινά διαλείμματα παρουσίας του Βυζαντινού στόλου μέχρι που χάθηκε τελείως από το προσκήνιο. Το γεγονός που σίγουρα επηρέασε τους λίγους κατοίκους του νησιού θα ήταν η κατάκτηση της Κρήτης από τους Άραβες το 826 μ.Χ. Ως το 961 μ.Χ. που απελευθερώθηκε απ΄ το Νικηφόρο Φωκά, οι κάτοικοι της Καρπάθου θα πρέπει να ήταν ουσιαστικά υπό τον ζυγό των Σαρακηνών. Και πάλι μετά απ΄ την εκκαθάριση του Αιγαίου απ΄ τους Άραβες τον 11ο αιώνα, νέες πειρατικές επιδρομές από τους Σελτζούκους Τούρκους αυτή τη φορά. Ασφαλώς και η Κάρπαθος θα δέχθηκε τις επιθέσεις τους, πιθανόν με μεγάλη σφοδρότητα μιας και αναφέρεται πολλά νησιά να έχουν ερημωθεί αυτήν την περίοδο.

  Πάντως, όπως αναφέρει ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Ν. Κ. Μουτσόπουλος, στη Βωλάδα, σε ερειπωμένο ναό, βρέθηκε ένα θωράκιο παλαιοχριστιανικού ναού, που μεταφέρθηκε εκεί και χρησιμοποιήθηκε ως ταφόπλακα κάποιου μοναχού Νεόφυτου του Νέου. Πάνω του σώζεται μια επιγραφή που χρονολογείται στο 1120 μ.Χ. . Το σημαντικό της χρονολογίας αυτής είναι, ότι αποδεικνύει την ύπαρξη κατοίκων Χριστιανών στο νησί σε μια περίοδο, που το Βυζάντιο αδυνατεί παντελώς να υπερασπιστεί τα νησιά του Αιγαίου και επικρατούν σε αυτό τα εμπορικά καράβια των Βενετών και Γενουατών. Από την άλλη, για να ζει εκεί ένας μοναχός, ίσως να σημαίνει ότι η Βωλάδα αυτή την εποχή δεν πρέπει να ήταν οικισμός, άρα δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα ο κοινός οικισμός του Κορακίου. 

  Όπως είπα παραπάνω τα Βυζαντινά μνημεία στην Νότια Κάρπαθο μπορεί να είναι ελάχιστα, όχι όμως ανύπαρκτα, έστω και με τη μορφή ερειπίων. Συνήθως είναι μικρά εκκλησάκια. Δεν ξέρουμε αν αποτελούν τμήματα μικρών οικισμών ή είναι ανεξάρτητα. Στην περιοχή του Όθους έχουμε τρεις περιοχές. Οι δύο μάλιστα έχουν το ίδιο όνομα: «Κοπρές». Στην πρώτη λοιπόν που βρίσκεται στη περιοχή των Στων, πάνω σ' ένα μικρό ύψωμα, υπάρχουν ερείπια ενός μικρού ναού με δύο κόγχες ιερού. Οι δύο κόγχες στο ιερό σημαίνουν ότι ο ναός είναι αφιερωμένος σε δυο Αγίους, έστω κι αν είναι μικρός αυτός. Στην Κάρπαθο όμως πιστεύω ότι ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, διότι όσους δίκογχους ναούς γνωρίζω, όλοι τους είναι αφιερωμένοι σ' έναν Άγιο. Ακόμη περίεργο είναι, ότι από τους έξι τέτοιους ναούς που βρίσκονται στην Κάρπαθο κι εγώ ξέρω, οι τρεις είναι αφιερωμένοι στον ίδιο Άγιο. Ο Άγιος Γεώργιος ο Αράπης στο Απέρι, ο Άγιος Γεώργιος ο Νοταράς στο Λευκό και ο Άγιος Γεώργιος στις Στες. Οι υπόλοιποι είναι ο Άγιος Νικόλαος στην Αρκάσα, ο Άγιος Κύρηκος στο Μεσοχώρι και η Μερτονίτισσα. Στον Άγιο Γεώργιο των Στων μας κάνει ακόμη εντύπωση ότι δίπλα σε αυτόν φαίνονται τα ερείπια παλαιότερου ναού, αρκετά μεγάλων διαστάσεων. Από τα ερείπια του ιερού που φαίνονται καθαρά, δεν θα ήταν υπερβολή να τον συγκρίνουμε στο μέγεθός του με τον Χριστό του Όθους. Ακόμα γύρω από τον ναό αυτόν φαίνονται τμήματα τοιχοποιίας κυρίως μικρών διαμερισμάτων. Σε μια πρόχειρη παρατήρησή μου διέκρινα πολλά διασκορπισμένα κομματάκια από κεραμίδι, μερικά μάλιστα ήταν επιχρωματισμένα. Όπως μου διηγήθηκε ο κ. Βασ. Λαγωνικός που από μικρός γνωρίζει καλά την περιοχή, θυμάται τους προγόνους του να λένε ότι κάποτε τα ερείπια εκτείνονταν σε μεγαλύτερη έκταση αλλά για να καλλιεργήσουν όσο το δυνατόν περισσότερη γη, την «καθάρισαν». Τότε κατέστρεψαν πολλά «μνημόρια» και σκέπασαν πολλές «λατσίες». Οι πέτρες που μαζεύτηκαν φαίνονται συγκεντρωμένες σε βουναλάκια. Λίγο ψηλότερα, στον Άγιο Παντελεήμονα, βρίσκεται η γνωστή πηγή της Επισκοπής. Κατά τον Μ. Γ. Μιχαηλίδη - Νουάρο, η ονομασία Επισκοπή δηλώνει ότι ίσως κατά τα χρόνια του Βυζαντίου, βρισκόταν εκεί η Επισκοπή της Καρπάθου. Μας είναι γνωστό ότι το νησί μας είχε Επισκοπή ὡς τον 9ο ή 10 αιώνα. Το μέγεθος λοιπόν των ερειπίων καθώς και η ονομασία αυτή ίσως μας δίνουν μια απάντηση στο ερώτημα τι ήταν αυτά τα ερείπια. Πάντως το σίγουρο είναι ότι οι κάτοικοι του νησιού, της Β΄ Βυζαντινής περιόδου καλλιέργησαν την εύφορη κοιλάδα των Στων και κατοίκησαν γύρω από αυτήν.

  Χαμηλότερα από το χωριό Όθος, στην θέση Κοπρές, σώζονται τα ερείπια τριών ναών, σίγουρα Βυζαντινής εποχής. Του Αξεστράτηγου (αρχάγγελου Μιχαήλ), του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Μαρίνας. Στους δύο πρώτους διακρίνεται εσωτερική αγιογράφηση, η οποία μάλιστα σε κάποια εποχή επικαλύφτηκε με ασβεστοκονίαμα, αφού κτυπήθηκε σε πολλά σημεία με αιχμηρό αντικείμενο. Στον ναό του Αγίου Γεωργίου υπάρχουν κομμάτια μαρμάρων, μάλιστα το ένα χρησιμοποιείται ως υπέρθυρο, τα οποία πιθανότατα μεταφέρθηκαν εκεί από κάποιον παράλιο ναό. Ο δεύτερος ναός, του Αξεστράτηγου πάντως είναι αυτός που μας προκαλεί περισσότερο θαυμασμό. Μικρός, ορθογώνιος, με χαρακτηριστική Βυζαντινή τοιχοποιία και περίτεχνη διακόσμηση. Οι δυο κατά μήκος τοίχοι του, έχουν από τρεις εσοχές. Εσωτερικά διακρίνεται μόνο η μεσαία η οποία ήταν αγιογραφημένη. Πιθανόν ο ναός να είχε τρούλλο. Κάποια υπόλοιπα τοίχου μας αφήνουν τη υποψία για την ύπαρξη παλαιότερου, μεγαλύτερου ναού εκεί. Στον τρίτο ναό, αυτόν της Αγίας Μαρίνας, διακρίνουμε μόνο τα θεμέλιά του. Τα τρία αυτά εκκλησάκια, βρίσκονται στην άκρη μιας άλλης εύφορης κοιλάδας, η οποία είχε την δυνατότητα να υδρεύεται, όπως και των Στων. Πιθανόν λοιπόν και εδώ να βρισκόταν ένας άλλος μικρός οικισμός στα χρόνια του Βυζαντίου.

Αξεστράτηγος στην περιοχή Κοπρές του Όθους φωτ. 1994
 
  Ψηλότερα από τη θέση αυτή βρίσκεται το Παλαιόκαστρο, με ερείπια Μεσαιωνικής και Αρχαίας εποχής. Λίγο χαμηλότερα είναι η περιοχή της Γίγλας. Όπως μας πληροφορεί και πάλι ο Νουάρος... αι Βίγλαι χρησίμευαν ως σκοπιαί προς φύλαξιν από των επιδρομών των Σαρακηνών. Εν Βυζαντίω υπήρχε το αξίωμα του Δρουγγάρεος της Βίγλας. Το πιο αποκαλυπτικό της σύνδεσης των παραπάνω ναών (πιθανόν και άλλων, δηλαδή του Αγίου Βλασίου και της Ζωοδόχου Πηγής που ήταν ερείπια παλαιότερα, πριν την ανοικοδόμησή τους) με το Παλαιόκαστρο είναι μια υπόγεια διάβαση, που ξεκινά κοντά από το Παλαιόκαστρο και αφού κατέβει γύρω στα 300 μέτρα, βγαίνει κοντά στα εκκλησάκια αυτά. Παλαιότεροι θυμούνται να έχουν ξεπεράσει την υπόγεια αυτή διάβαση, σήμερα όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει αφού έχει καταρρεύσει εσωτερικά μιας κι από πάνω της περνά ο επαρχιακός δρόμος προς Πυλές. Η είσοδος και η έξοδος δεν φαίνονται με μια ματιά, αλλά μόνο από αυτούς που γνωρίζουν τα συγκεκριμένα σημεία. Ακόμα λίγο χαμηλότερα από τους ναούς αυτούς, στην περιοχή του Έλωθα βρίσκονται τα ερείπια της Υπαπαντής, τα οποία τώρα τελευταία αποκαλύφθηκαν από τους θάμνους που τα σκέπαζαν, μετά από την τελευταία μεγάλη φωτιά. Αρκετά χρήσιμο είναι να δούμε και τα τοπωνύμια τα οποία μας οδηγούν στα χρόνια του Βυζαντίου. Προηγουμένως είδαμε την Επισκοπή και τη Γίγλα. Άλλα είναι, πάντα στην περιοχή του σημερινού Όθους τα εξής: Αλεξανά, Καταφύ καί Κραμπάς.

  Στην περιοχή της Βωλάδας έχουμε το Χωριό στη Λάστο, όπου σώζονται τα ερείπια μικρού οικισμού, καθώς και δύο μικρών ναών. Το όνομα Χωριό μας οδηγεί ασφαλέστατα στο συμπέρασμα ότι η περιοχή κατοικούνταν. Ακόμα η περιοχή είναι καλλιεργήσιμη και αρδευόταν. Λίγο πάνω από την Βωλάδα, υπάρχει ένας ανώνυμος ναός όπως τον ονομάζει ο Μουτσόπουλος, όπου βρέθηκε κτητορική πλάκα με την χρονολογία 1120 (μ.Χ.) όπως είπαμε και παραπάνω. Από τοπωνύμια έχουμε τα Αντικάστελλα και ο Κολλάς.

Άη Γιώργης ο Αράπης, Απέρι, φωτ. 1994
  Στην περιοχή του Απερίου έχουμε αρκετά Βυζαντινά μνημεία. Καταρχήν
ο
Άη Γιώργης ο Αράπης, ναός με δυο κόγχες ιερού. Στο εσωτερικό του ναού υπάρχει μαρμάρινη κολόνα που στηρίζει το ναό και που πιθανότατα μεταφέρθηκε από κάποιον παλαιοχριστιανικό ναό, όπως και το υπέρθυρο που υπάρχει σε αυτόν.

  Στον Μερτώνα υπάρχει η Παναγιά η Μερτωνίτισσα, δίκογχος ναός κι αυτός με εντοιχισμένα αρκετά κομμάτια παλαιοχριστιανικού ναού. Δυστυχώς διάφορες επεμβάσεις που έγιναν κατά καιρούς στο ναό έχουν αλλοιώσει τον χαρακτήρα του. Όπως το άνοιγμα πάνω από το ιερό και το τσιμεντένιο υπόστεγο. Σημαντικότατα είναι τα ερείπια του Άι - Θώρου, κοντά στη θέση «Μάρμαρα» όπου διακρίνεται κάποια δυσανάγνωστη Βυζαντινή επιγραφή καθώς και αγιογραφίες. Στο Κατώδιο υπάρχει ο ναός της Αγίας Αναστασίας και του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου και αυτοί πιθανότατα Βυζαντινής εποχής. Ασφαλώς κι εδώ θα πρέπει να θεωρήσουμε σίγουρο ότι κατά τα Βυζαντινά χρόνια, οι εύφορες κοιλάδες του Μερτώνα και του Κατωδίου με τα πλούσια νερά, θα κατοικήθηκαν. Επίσης στη Ράχη του Κατωδιού σώζονται τα ερείπια και του Άη Νικόλα. Διακρίνονται τμήματα αγιογραφιών.

  Ακόμα στο Άλντι βρίσκονται τα ερείπια της Παναγίας της Διατενής (ή Διαβατής). Άξια λόγου είναι και τα ερείπια του Αγίου Ανδρέα στην Αχάτα, όπου σε αυτόν παρατηρείται οικοδομικό υλικό από άλλον παλαιότερο χριστιανικό ναό, καθώς και τμήμα τοιχογραφίας. Γνωστό είναι εξάλλου ότι κατά την οικοδόμηση του νέου ναού του Αγίου Χαραλάμπους μέσα στο χωριό, στα ερείπια του ανακαλύφθηκε Βυζαντινό νεκροταφείο, όπως και στην περιοχή δίπλα στο Γυμνάσιο, προς τον ποταμό. Αλλά και από τοπωνύμια δεν πάει πίσω το Απέρι.

  Συμβουλευόμαστε και πάλι τα Λαογραφικά Σύμμεικτα του Μ.Γ. Νουάρου - Μιχαηλίδη όπου και σημειώνει: Αφεντιτσοί Λώροι, οι αφεντικοί Λώροι, αγροί ευρύχωροι. Η λέξη αφεντικός αναφέρεται εις τους παλαιούς τοπάρχας (τους αφεντάδες) της Βυζαντινής εποχής (αυθέντας). Βαλαντού, η συνοικία του Απερίου, εκ της γυναικός Βυζαντινού, ονόματι Βαλάντη. Γιενή το Γλιμόρι, του Διεγενή το μνημόρι (μνημούρι, μνήμα) λείψανον παραδόσεως εκ του ακριτικού κύκλου περί του ήρωος Διγενή. Κείται επί της παλαιάς οδού μεταξύ Απερίου και Μενετών (Κούρι), Πετρωνάς, ο, μέρος απόκριμνον με νερό προς τον Αϊν-Ηλιά (όρος) κυριώνυμον Βυζαντινής καταγωγής. Σαρατσηνό, στο Σαρακηνό, εις την κοιλάδα του Ποσειδίου ελαιώνας. Υπενθυμίζει επιδρομές Σαρακηνών κ.λπ. Τουρκαλού, στου, του κυρ Καλού, πηγή και συνοικία του Απερίου. Ο κυρ Καλός, Βυζαντινή προσωνυμία.

  Από τα παραπάνω, αναμφισβήτητα συμπεραίνουμε ότι η γύρω περιοχή (σημερινό Όθος, Βωλάδα και Απέρι), κατοικούνταν κατά τη Βυζαντινή εποχή. Ασφαλώς μεγάλοι οικισμοί δεν υπήρχαν. Πρέπει οι τότε κάτοικοι να συγκεντρώνονταν σε μικρούς οικισμούς, δίπλα στις μικρές αλλά αρδεύσιμες και εύφορες κοιλάδες της περιοχής. Και πάλι όταν μιλάμε για οικισμούς, δεν μιλάμε για κλασσικά οργανωμένα χωριά της εποχής, αλλά για μικρά σπίτια διασκορπισμένα στην ευρύτερη περιοχή. Μια ιδέα μπορούμε να πάρουμε, αν προσέξουμε πως διασκορπίζονται και σήμερα οι παλαιοί Καρπάθικοι «στάβλοι» στα βουνά του νησιού. Τα ερείπια πολλών μικρών ναών, αλλά και οι παλαιοί ναοί που σώζονται ως και σήμερα μαρτυρούν το μέγεθος της Χριστιανικής πίστης, που ουδέποτε εγκατέλειψαν οι Καρπάθιοι. (Εκτός ίσως από την εποχή της κατάληψης του νησιού από τους Σαρακηνούς). Ακόμα και σήμερα βλέπουμε τους Καρπάθιους, να «στολίζουν» κάθε κορφούλα με κάποιο εκκλησάκι, πολλές φορές δίπλα, αλλά και πάνω από τα ερείπια παλαιών ναών.

  Ξαναπιάνοντας το νήμα της ιστορίας που αφήσαμε στην αρχή, ερχόμαστε στο 1204, όπου οι Σταυροφόροι καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη. Τότε η Κάρπαθος περιέρχεται στην εξουσία του διοικητή της Ρόδου Λέοντα Γαβαλά. Ο Λέοντας Γαβαλάς, προσωπικότητα με μεγάλες διπλωματικές ικανότητες, πότε συμμαχεί με τους Γενουάτες και τους Βενετούς και πότε αποδέχεται την κυριαρχία της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας.

  Το 1282 το αποδυναμωμένο Βυζαντινό κράτος, δωρίζει τη Ρόδο, Κάρπαθο και Κάσο στους Γενουάτες. Τα νησιά καταλαμβάνονται από τον Λουδοβίκο Μορέσκο. Το 1306, η Κάρπαθος καταλαμβάνεται από την Ενετική οικογένεια των Κορνάρων. Οι Κορνάροι παραμένουν κυρίαρχοι του νησιού ως το 1538. Οι Κορνάροι τον περισσότερο καιρό δεν μένουν στο νησί, φαίνεται όμως ότι κύριο κάστρο τους, ήταν αυτό του Απερίου.

  Το Κάστρο, όπως ονομάζονται ακόμα και σήμερα τα ερείπια που υπάρχουν εκεί πάνω, επισκέφθηκε ο Λουδοβίκος Ross, το 1843 περίπου. Αυτός το περιγράφει ως εξής: «Επί της υψηλοτέρας κορυφής ευρίσκονται τα άμορφα ερείπια ενός οχυρωμένου ανακτόρου του Μεσαίωνος και στις πλαγιές μερικά εγκαταλελειμμένα παρεκκλήσια και πολλοί σωροί ερειπίων από σπίτια, αλλά πουθενά δεν είδα μιαν επιγραφή ή κανένα οικόσημο, ούτως ώστε όλα τα μνημεία φαίνονται ότι είναι από τας τελευταίας εκατονταετηρίδας».

Αναπαράσταση του Κάστρου, σύμφωνα με τον καθηγητή του ΑΠΘ κ. Ν.Κ. Μουτσόπουλο 1978

Το 1975, επισκέφθηκε το Κάστρο ο καθηγητής αρχιτεκτονικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Ν.Κ. Μουτσόπουλος, ο οποίος έκαμε μια πολύ καλή μελέτη, για την τότε μορφή του Κάστρου. Καταρχήν συμφωνεί με τον Μιχαηλίδη - Νουάρο για το ότι το Κάστρο είναι κτισμένο σε απόλυτα οχυρή θέση. Διαπιστώνει στη συνέχεια, απ' τη μορφή, τη δομή και την ποιότητα του κονιάματος του τείχους, ότι ανήκει στον 14ο αιώνα, δηλαδή κτίστηκε κατά την πρώτη εποχή της δυναστείας των Κορνάρων. Πιστεύει ακόμη ότι στη θέση του προϋπήρχε κάποιο αρχαίο ιερό ή κάποιο Βυζαντινό κτίριο τα οποία βέβαια μόνο με συστηματική ανασκαφή, θα μπορέσει να έλθει στην επιφάνεια. Ακόμα από το μέγεθος του Κάστρου, συμπεραίνει ότι δεν ήταν κάστρο για την προστασία των κατοίκων της γύρω περιοχής, από τις πειρατικές επιδρομές που εξακολουθούν να γίνονται και στα χρόνια των Κορνάρων, αλλά κάστρο που χρησιμοποιόταν ως κατοικία του Βενετού άρχοντα ή του αντιπροσώπου του στο νησί. Γύρω από αυτό, πάνω στις απότομες πλαγιές, οικοδομήθηκαν μικρά κτίσματα, πιθανόν εργαστήρια, κατοικίες των αυλικών κ.λπ. Η θέση αυτή του Κάστρου εκτός από οχυρή έχει κι άλλα πλεονεκτήματα. Βρίσκεται στη μέση της Νοτίου Καρπάθου και έχει άριστη θέα προς τη θάλασσα. Ασφαλώς θα «στηριζόταν» κι από άλλα μικρότερα κάστρα, όπως μαρτυρούν οι ονομασίες Καστέλλι (castello κάστρο) στο Όθος και Αντικάστελλα στη Βωλάδα.

   Η Παναγιά η Σπηλιανή είναι ένας ναός που σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή, αγιογραφήθηκε το 1528, τα τελευταία δηλαδή χρόνια της δυναστείας των Κορνάρων. Ο ναός διασώζεται ως και σήμερα, χρειάζεται όμως συστηματικές εργασίες συντήρησης και για το κτίριο και για την αγιογράφησή του.

  Είναι γεγονός ότι στους χάρτες της εποχής αναφέρονται το Κοράκι και οι Μενετές στη Ν. Κάρπαθο, ως μόνοι οικισμοί. Πιθανόν λοιπόν στα χρόνια των Κορνάρων να διαμορφώθηκε οριστικά το Κοράκι. Αν λάβουμε υπόψη μας όλα τα παραπάνω, πιστεύω ότι τότε άρχισε η εγκατάλειψη των παλαιών Βυζαντινών οικισμών και σιγά-σιγά ο πληθυσμός της ευρύτερης περιοχής συγκεντρώθηκε γύρω από το Κάστρο. Η συγκέντρωση αυτή πρέπει να ολοκληρώθηκε μετά το 1538, όταν ο Τούρκος Χαϊρεντίν Βαρβαρόσας καταλαμβάνει το νησί. Αν παρατηρήσουμε την περιοχή του Απερίου, ψηλά από το Κάστρο, παρατηρούμε ότι η Βωλάδα είναι ένας συμπαγής οικισμός. Το περίεργο είναι στο Απέρι, όπου βλέπουμε μικρές συνοικίες οι οποίες ξεχωρίζουν ευδιάκριτα μεταξύ τους με κατάφυτα περιβόλια. Δηλαδή είναι σαν μικροί αυτόνομοι οικισμοί. Πιστεύω ότι σε αυτούς τους «οικισμούς» (Βαλαντού, Μορροοὐ κ.λπ. αλλά και στη Βωλάδα) στην αρχή ήταν ένα δυο σπίτια, γύρω στα οποία κατοίκησαν οι άνθρωποι που εγκατέλειπαν σιγά-σιγά το Κάστρο, αλλά και τους άλλους οικισμούς που είδαμε. 

 Βασίλειος Διακοβασίλης

Η Κάρπαθος το 1936 - Elio Migliorini (4)

  (συνέχεια από το προηγούμενο )    Ο Ιταλός Γεωγράφος Elio Migliorini , έκανε μια λεπτομερή καταγραφή των γεωργικών και κτηνοτροφικών ασχολ...