Πρώτα πρώτα να επισημάνουμε ότι δεν είμαστε ιστορικοί, αλλά δύο απλοί λάτρες της ιστορίας του νησιού μας. Οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τις δυνατότητες που δίνουν οι νέες τεχνολογίες, θα προσπαθήσουμε να φέρουμε στην επιφάνεια άγνωστες πληροφορίες για την ιστορία του νησιού μας. Παράλληλα θα καταγράψουμε τα σημεία εκείνα , που έχουν κάποιο ιστορικό ενδιαφέρον για τον τόπο μας, αλλά έχουν αγνοηθεί μέχρι σήμερα. Απλώς για να μείνουν ως ντοκουμέντα, μιας και μέρα με την ημέρα εξαφανίζονται.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Η Κάρπαθος το 1936 - Elio Migliorini (4)

 (συνέχεια από το προηγούμενο)

  Ο Ιταλός Γεωγράφος Elio Migliorini, έκανε μια λεπτομερή καταγραφή των γεωργικών και κτηνοτροφικών ασχολιών των κατοίκων της Καρπάθου. Από τις παρατηρήσεις του, συμπέρανε ότι οι κάτοικοι για να μπορέσουν να παράγουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους, αναγκάζονταν να απομακρύνονται από τα χωριά τους για ικανά διαστήματα και γι΄ αυτό έκτισαν σπίτια στην ύπαιθρο, τα οποία χρησιμοποιούσαν κατά τις περιόδους της σποράς και του θερισμού. (σημείωση δική μας: αναφέρεται στους στάβλους, όπως ονομάζονται τα αγροτόσπιτα στο νησί). Σε αυτά στεγάζονταν και τα ζώα, που βοηθούσαν στην καλλιέργεια των αγρών. Αλλά και οι βοσκοί είχαν τις δικές τους αγροικίες, στις οποίες επεξεργάζονταν το γάλα των κοπαδιών τους.

 Κατσίκια που βόσκουν κοντά στη Σπόα σε εδάφη που αποτελούνται από ηωκαινικούς ψαμμίτες. Σημειώστε το δυναμικό παράστημα της γυναίκας-βοσκού, με τις μεγάλες μπότες και τη κοντή φούστα.

  Κοντά στα χωριά, σε σημεία που αφθονούσαν τα τρεχούμενα νερά, υπήρχαν πολλοί λαχανόκηποι και οπωρώνες. Στους πρώτους καλλιεργούνταν κρεμμύδια, ντομάτες, κολοκύθια, λάχανα, μπιζέλια, ενώ στους δεύτερους μουριές, ροδιές, μηλιές, λεμονιές, αμυγδαλιές, καρυδιές, συκιές και κερασιές.

  Ιδιαίτερα διαδεδομένη ήταν και η καλλιέργεια της ελιάς και του αμπελιού. Παρατηρεί όμως ότι σε σχέση με την Κω, που έχει περίπου την ίδια επιφάνεια με την Κάρπαθο, η καλλιεργήσιμη αμπελουργική έκταση είναι πολύ μικρή. 2000 στρέμματα η Κάρπαθος, ενώ η Κως 15500. Απέδωσε τη διαφορά αυτή στη φυλλοξήρα(1), η οποία κατέστρεψε πολλούς αμπελώνες, ειδικά στα περίχωρα της Ολύμπου. Τα κλήματα ήταν έρποντα στις περιοχές με πολλή αέρα ή με υποστύλωση και κρεβατίνες στις πιο απάνεμες περιοχές. Το κλάδεμα γινόταν Φεβρουάριο με Μάρτιο, ενώ ο τρύγος μεταξύ 15 Αυγούστου και 15 Σεπτεμβρίου. Τα σταφύλια απλώνονταν για 5-6 μέρες στον ήλιο, σ΄ένα ελεύθερο μέρος του αμπελιού (καταολάς), όπου αφαιρούνταν οι χαλασμένες ρόγες, οι οποίες χρησίμευαν στην παρασκευή της ρακής. Στη συνέχεια μεταφέρονταν στα πατητήρια, εκτός από εκείνη την ποσότητα που γινόταν σταφίδα.

  Οι ελαιώνες ήταν πολυάριθμοι στις Πυλές, Απέρι, Όθος και Πηγάδια. Στην περίπτωση που φυτεύονταν νεαρά δέντρα, άφηναν αρκετή απόσταση μεταξύ τους, ώστε να αφήνεται χώρος για σπορά δημητριακών. Η συγκομιδή της ελιάς άρχιζε τον Οκτώβριο και διαρκούσε κάμποσους μήνες. Δεν γινόταν χρήση ραβδιών, αλλά οι ελιές αφαιρούνταν μία μία από τα δέντρα ή μαζεύονταν από το έδαφος. Την εργασία αυτή την έκαναν γυναίκες, οι οποίες ελάμβαναν το ένα τρίτο της συγκομιδής. Την ημερήσια παραγωγή την μετέφεραν καθημερινά στο χωριό, την καθάριζαν από τα φύλλα και την πήγαιναν για άλεση σ' ένα από τα 25 ελαιοτριβεία, που ανήκαν σε ιδιώτες ή την εκκλησία. Τα κουκούτσια δίνονταν στους χοίρους για τροφή και τα υπολείμματα χρησιμοποιούνταν για το άλειμμα δαπέδων ή την παρασκευή αρκετά μέτριας ποιότητας σαπουνιού.

  Επίσης η μελισσοκομία ήταν αρκετά διαδεδομένη, καθώς με αυτήν ασχολούνταν 160 άτομα. Υπήρχαν 190 σύγχρονες κυψέλες και περίπου χίλιες παραδοσιακές. ( 240 στην Όλυμπο, 160 στις Πυλές, 150 στο Απέρι κ.α.). Οι παραδοσιακές κυψέλες κατασκευάζονταν από κορμούς πεύκων, μήκους περίπου 1,60 μέτρων ή με πέτρες ενωμένες με ασβέστη ή πηλό. Η συλλογή του μελιού και του κεριού γινόταν δύο φορές το χρόνο (Ιούλιο - Αύγουστο και Οκτώβριο με Νοέμβριο). Όταν ο μελισσοκόμος εντόπιζε ένα νέο σμήνος (δική μας σημείωση: την άνοιξη ή αρχές καλοκαιριού), το έπιανε σε έναν σάκο, αν δεν είχε διαθέσιμο, στην ίδια του την φανέλα και το μετέφερε στη νέα του κυψέλη. 

  Ο Migliorini αναφέρει ότι η σηροτροφία (εκτροφή μεταξωσκολήκων), ήταν πολύ διαδεδομένη στο νησί, μάλιστα γινόταν εξαγωγή κουκουλιών. Την εποχή που κάνει την καταγραφή του, η σηροτροφία ήταν σε παρακμή και το μετάξι εισαγόταν, κυρίως από την Καλαμάτα.

  Πέρα από τις εντατικές ποτιστικές καλλιέργειες και τη δεντροκομία, υπήρχε και σημαντική καλλιέργεια δημητριακών. Επειδή όμως και η κτηνοτροφία -αιγοπροβάτων- ήταν πολύ διαδεδομένη, είχε καθιερωθεί μεταξύ των γεωργών και των βοσκών από την αρχαιότητα μια συμφωνία, βάσει της οποίας η βοσκή επιτρεπόταν και μέσα στα χωράφια. Για τον σκοπό αυτό η αγροτική περιφέρεια κάθε κοινότητας υποδιαιρόταν σε δύο ή περισσότερα τμήματα. Έτσι για δύο συνεχή χρόνια σπερνόταν το ένα τμήμα, ενώ το άλλο προοριζόταν για τη βοσκή. Στη συνέχεια οι ζώνες εναλλάσσονταν. Το δικαίωμα βοσκής ανήκε σε κάθε πολίτη, τόσο για τα μικρά (ψιλά) ζώα(2) όσο και για τα μεγάλα (χοντρά). Το τμήμα που δεν σπερνόταν ονομαζόταν παραμέτοχο και αρχικά προοριζόταν για τα μεγάλα ζώα, τα οποία αφήνονταν εκεί από τον Οκτώβριο ως το Μάη χωρίς καμία επίβλεψη, φροντίζοντας όμως να μην μπορούν να βγουν από τους καθορισμένους χώρους, κλείνοντας τις εξόδους με καγκελόπορτες. Τα ζώα εργασίας, οι γάιδαροι και τα μουλάρια που χρησίμευαν για τη μεταφορά ξύλων, αλεύρων κ.λ.π. κρατούνταν στο χωριό ή στα χωράφια που ονομάζονταν μερωταριά. Γύρω στον Μάη το παραμέτοχο έπαυε να υφίσταται, επειδή τα μεγάλα ζώα χρειάζονταν για το αλώνισμα και τότε τα βοειδή και τα ιπποειδή μεταφέρονταν στο καλλιεργημένο τμήμα, ενώ το τμήμα που προοριζόταν για βοσκή καταλαμβανόταν από τα μικρά ζώα, τα οποία αυτήν την εποχή εγκατέλειπαν τους ψηλότερους βοσκότοπους και έβρισκαν ακόμα επαρκή τροφή, καθώς είναι λιγότερο απαιτητικά και πιο λαίμαργα από τα μεγάλα ζώα. (Κάτι παρόμοιο συνέβαινε και στα τυροκομεία των Άλπεων του Μπελούνο, όπου όταν τα ορεινά βοσκοτόπια εγκαταλείπονται από τα βοοειδή που επιστρέφουν στα χωριά, τα κτίσματα καταλαμβάνονται από τους βοσκούς προβάτων, οι οποίοι μέχρι τότε είχαν παραμείνει στους ψηλότερους βοσκότοπους.)

  Επειδή οι καλλιέργειες βρίσκονταν σε επικλινή εδάφη, ήταν πολύ συχνή η ύπαρξη πολυάριθμων αναβαθμίδων, οι οποίες κατά τη γνώμη του, στο παρελθόν πρέπει η ύπαρξή τους να ήταν συχνότερη, όπως διαπίστωσε βλέποντας αρχαίες τεχνητές αναβαθμίδες, εγκαταλειμμένες από τις καλλιέργειες και καλυμμένες από το δάσος. Η εργασία στα χωράφια εκτελούνταν από τον ιδιοκτήτη τους (κανακάρης) ή δινόταν με την παραγωγή να μοιράζεται στη μέση (εθίμισο) σε κάποιον αγρότη (εργάτης). Ο ιδιοκτήτης έβαζε τον σπόρο και τον μισό απ΄ όσα απαιτούνταν για τη συγκομιδή του προϊόντος, ενώ ο αγρότης έβαζε την προσωπική εργασία. Η σοδειά, αφού αφαιρούνταν το μερίδιο που αναλογούσε στον αγροφύλακα, μοιραζόταν στα δύο. Αν όμως ήταν χωράφι με μικρή απόδοση, τότε ο αγρότης αναλάμβανε όλα τα έξοδα κι έδινε μία συμφωνημένη ποσότητα της σοδειάς στον ιδιοκτήτη.

Καλλιέργειες δημητριακών σε αναβαθμίδες κοντά στο μονοπάτι για μουλάρια μεταξύ Μεσοχωρίου και Σπόων. 

    Σημαντικό ρόλο είχαν οι αγροφύλακες (δραγάτες), οι οποίοι βοηθούσαν στο κτίσιμο των ξερολιθιών (ξεροτρόχαλο), οριοθετούσαν τα χωράφια, φρόντιζαν ώστε οι καγκελόπορτες που βρίσκονταν κοντά στο χωριό και εμπόδιζαν στην είσοδο των ζώων, να λειτουργούν σωστά και κυρίως, επαγρυπνούσαν ώστε τα κοπάδια να μην εισχωρήσουν στις καλλιεργημένες ζώνες. Αν αυτό συνέβαινε, ήταν στη δικαιοδοσία τους να σκοτώσουν ένα πρόβατο ή μία κατσίκα (η οποία θα αποκάλυπτε, μέσω των σημαδιών στα αυτιά (σημείωση δική μας, η χαραή(3)), ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του κοπαδιού ή εξουσιοδοτούνταν να φυλακίσουν το ζώο, εάν επρόκειτο για μεγάλο ζώο, ώστε να αναγκάσουν τον ιδιοκτήτη του να έλθει να το παραλάβει, πληρώνοντας το αναλογούν πρόστιμο. Αν τα ζώα ανήκαν σε βοσκούς και όχι σε καστρινούς (αγρότες που διαβούν προσωρινά στην ύπαιθρο), το πρόστιμο ήταν βαρύτερο.

   Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα περισσότερα χωράφια βρίσκονταν μακριά από τα χωριά, ο καλλιεργητής τους αναγκαζόταν να διαμένει συχνά εκτός του οικισμού και γι' αυτό χρησιμοποιούσε τις προσωρινές κατοικίες. Μετάβαινε στην ύπαιθρο γύρω στον Αύγουστο - Σεπτέμβριο, καθάριζε τα χωράφια του από τα αγριόχορτα, επισκεύαζε τις ξερολιθιές και προετοίμαζε τα χωράφια για τη σπορά. Η σπορά γινόταν μεταξύ του τέλους Νοεμβρίου και τα μέσα Φεβρουαρίου, και τότε πάλι ο αγρότης μετάβαινε στην ύπαιθρο για δεύτερη φορά, ενώ επέστρεφε στο χωριό κάθε Σάββατο βράδυ για να προμηθευτεί τρόφιμα (κυρίως ψωμί). Μία τρίτη περίοδος κατά την οποία ο καλλιεργητής διέμενε στα αγροτόσπιτα συνέπιπτε  με το θερισμό (από τα μέσα Ιουνίου ως τα μέσα Ιουλίου). Τις υπόλοιπες περιόδους η φύλαξη των αγρών ανήκε στον δραγάτη. Μετά το αλώνισμα, που γινόταν στις άλωνες που ήταν προσαρτημένες στις αγροτικές κατοικίες, τα δημητριακά μεταφέρονταν στους μύλους, περίπου εκατό στον αριθμό, που ήταν νερόμυλοι (Αρκάσα, Απέρι, Μεσοχώρι) ή ανεμόμυλοι ( Σπόα, Όλυμπος, Όθος). 

Ανεμόμυλος κοντά στα Σπόα

  Η γεωργία ήταν συνδεδεμένη με την κτηνοτροφία, η οποία όμως δεν επαρκούσε για τις ανάγκες του τόπου. Μόνο η Όλυμπος και οι Μενετές, χάρη στις εκτεταμένες καλλιεργούμενες εκτάσεις της Αυλώνας και του Εφιάλτη(4) αντίστοιχα, διέθεταν επαρκή δημητριακά, ενώ οι υπόλοιπες κοινότητες προμηθεύονταν από έξω, εξοφλώντας το χρέος με τα εμβάσματα των μεταναστών. Η σοδειά υπολογιζόταν σε 1300 καντάρια(5) κριθάρι και 300 καντάρια σιτάρι, τα οποία συχνά καλλιεργούνταν αναμεμειγμένα στο έδαφος. Λόγω των όχι και τόσο ευνοϊκών συνθηκών, η Κάρπαθος ήταν ένα από νησιά που απολάμβαναν διάφορα προνόμια διοικητικής αυτονομίας (μεταξύ άλλων, απαλλαγή από φόρους και από τη στρατιωτική θητεία), προνόμια υποσχεμένα και διασφαλισμένα από παλιά φιρμάνια του Σουλτάνου Σουλεϊμάν και των διαδόχων του έναντι καταβολής ετήσιου φόρου. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β' είχε επικυρώσει τα προνόμια (μακτού) σε ένα γνωστό irade(6) του 1835. Η Ιταλική διοίκηση διατήρησε το ευνοϊκό καθεστώς, διαθέτοντας τον ετήσιο φόρο σε δημόσια έργα.

  Οι βοσκοί αποτελούσαν μια διακριτή τάξη από εκείνη των γεωργών, συνδέονταν όμως μεταξύ τους με ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης. Το επάγγελμά τους ήταν αρκετά επικερδές, δεδομένου ότι οι γενικές συνθήκες του νησιού, που διάθετε εκτεταμένες χορτολιβαδικές και βοσκήσιμες εκτάσεις, ευνοούσαν την κτηνοτροφία. Παρακάτω παρουσιάζονται ορισμένα στοιχεία για το μέγεθος του ζωικού κεφαλαίου:

Ζώα

1895

1928

Ιπποειδή

817

1017

Βοοειδή

1662

947

Χοίροι

820

614

Πρόβατα

10510

5142

Αίγες

20480

11623


  Παρόλο που το ζωικό κεφάλαιο παρουσίαζε αισθητή μείωση, τα αιγοπρόβατα αποτελούσαν σταθερά το ένα έκτο του συνόλου των Ιταλικών κτήσεων του Αιγαίου. Τα μικρά ζώα συνήθως δεν ανήκαν στους βοσκούς, αλλά τους τα εμπιστεύονταν οι ιδιοκτήτες (ιδιώτες ή εκκλησία), σύμφωνα με τους καθορισμένους κανόνες. Το κοπάδι μπορούσε να παραχωρηθεί "με το κεφάλι", οπότε ο βοσκός όφειλε να επιστρέψει το κοπάδι με όσα ζώα το παρέλαβε. Το υπόλοιπο που περίσσευε (σημείωση δική μας: από γέννες), ανήκε στο βοσκό. Ή κατά μια άλλη μορφή συμφωνίας (του ριζικού), ο βοσκός επιστρέφει το κοπάδι όπως ήταν, αλλά έδινε στον ιδιοκτήτη καθορισμένες ποσότητες βουτύρου, μυζήθρας, τυριού, το μισό μαλλί, ενώ από τα αρνιά τα θηλυκά ανήκαν στον ιδιοκτήτη, από τα αρσενικά το 40% ανήκε στο βοσκό και το 60% στον ιδιοκτήτη του κοπαδιού. Υποχρέωση κάθε βοσκού ήταν επιπλέον να καταβάλλει έναν μικρό φόρο (5 λίρες για κάθε μικρό ζώο) στο Δήμο στις 30 Ιουνίου κάθε έτους, δηλαδή όταν μεταφέρονταν από τους υψηλότερους βοσκότοπους εκεί όπου έβοσκαν τα μεγάλα ζώα. Ο φόρος αυτός προοριζόταν για τη συντήρηση των σχολείων. Οι βοσκοί πραγματοποιούσαν τις μετακινήσεις τους σε μια όχι πολύ εκτεταμένη περιοχή και επέστρεφαν στο χωριό μια φορά την εβδομάδα για να φέρουν τους καρπούς της εργασίας τους, κυρίως το βούτυρο.(7)

(1) φυλλοξήρα: ασθένεια του αμπελιού, που προκαλείται από έντομο που τρώει την ρίζα, με αποτέλεσμα να ξεραίνεται το φυτό.
(2) ψιλά ζώα: αιγοπρόβατα     χοντρά ζώα: βοοειδή ή ιπποειδή
(3) εκτενή αναφορά έχει κάνει ο Μ.Γ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ - ΝΟΥΑΡΟΣ στα Λαογραφικά Σύμμεικτα Καρπάθου, τόμο Β΄, σελ 101-106
(4) αναφέρεται στον Αφιάρτη χρησιμοποιώντας την πιθανή αρχαία ονομασία της περιοχής. Σιτηρά καλλιεργούσαν στην περιοχή αυτή και οι Οθείτες, καθώς είχαν χωράφια εκεί από την εποχή των πειρατικών επιδρομών και τα οποία ποτέ δεν εγκατέλειψαν.
(5) καντάρι: Τουρκική μονάδα μέτρησης, που χρησιμοποιούνταν για αρκετά χρόνια μετά την Οθωμανική κυριαρχία. Ένα καντάρι ισοδυναμούσε με 56,41 κιλά.
(6) irade: γραπτή απόφαση του Σουλτάνου με άμεση εκτελεστική ισχύ.
(7) τα προϊόντα της παραγωγής τους, τα πουλούσαν αποκομίζοντας κάποιο κέρδος, ή μέρος αυτών το παρέδιδαν στον ιδιοκτήτη του κοπαδιού, ανάλογα τη συμφωνία που είχαν συνάψει.

Οι όροι γράφονται όπως τους ανaφέρει ο Elio Migliorini.

Σημείωση: Οι φωτογραφίες και οι λεζάντες τους είναι αυτές του Elio Migliorini, από το Δελτίο της Βασιλικής Ιταλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, Σειρά VII - Τόμος II, Τεύχος 4 - Απρίλιος 1937-XV, καθώς και όλα τα παραπάνω στοιχεία που παραθέτουμε. Οι φωτογραφίες ανήκουν στη συλλογή του ιστολογίου μας.

      ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗΣ                       ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ

 (συνεχίζεται)


 
  

 

 

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Η Κάρπαθος το 1936 - Elio Migliorini (3)

 (Συνέχεια από το προηγούμενο)

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ. 

  Ο Elio Migliorini, κατά την επίσκεψή του στην Κάρπαθο, θεώρησε ότι άξιζε να κάνει μια αναφορά για τα σπίτια της Καρπάθου στην εργασία του, εξαιτίας της διαφορετικής μορφής που είχαν σε σχέση με αυτά των άλλων νησιών του Αιγαίου. Προηγουμένως είχε συμβουλευτεί και τις σχετικές εργασίες του Ross(1), αλλά κυρίως του Μ.Γ.Μιχαηλίδη Νουάρου(2). 

  Η περιγραφή του αν και λεπτομερής, δεν αναφέρει ούτε τους ιδιοκτήτες των σπιτιών, αλλά ούτε και το χωριό στο οποίο βρίσκονταν τα σπίτια που περιγράφει. Συμπερασματικά μόνο, από την πρώτη φωτογραφία που ακολουθεί, η δίπατη κατοικία στην οποία αναφέρεται πρέπει να ήταν στην Αρκάσα. 

  Υποστήριξε ότι το καρπάθικο σπίτι, διατηρούσε τον αρχικό του τύπο κυρίως στην Όλυμπο, τις Μενετές, την Αρκάσα και τα Σπόα. Αυτά που περιγράφει τα παρουσιάζει ως την κατοικία των εύπορων γεωργών (ή κτηνοτρόφων), οι οποίοι όμως είχαν πάντα κι ένα εξοχικό σπίτι για προσωρινή διαμονή (σίγουρα εννοεί τους  στάβλους {αγροτόσπιτα}, στους οποίους οι αγρότες διέμεναν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες για να είναι κοντά στα κτήματά τους). Το σπίτι που βρισκόταν στο χωριό αποτελούνταν γενικά από δύο δωμάτια, τα οποία μπορεί να ήταν παρακείμενα, ή σε πιο πρόσφατο τύπο το ένα πάνω από το άλλο. Από τον δρόμο η είσοδος γινόταν αρχικά από μία αυλή, που οριοθετούνταν από έναν τοίχο ύψους περίπου 1,5μ., στον οποίον ανοιγόταν μια εξώπορτα ή μια καγκελόπορτα (εξεπορτιά)(3). Η αυλή ήταν πολύ καθαρή, στρωμένη με πλάκες και μερικές φορές το δάπεδο ήταν φτιαγμένο από θαλασσινά βότσαλα τσιμενταρισμένα στο έδαφος. Μόνο τα πιο φτωχά σπίτια στερούνταν αυλής. Ο αγρότης την χρησιμοποιούσε για να στεγνώνει τα προϊόντα από το χωράφι και οι νοικοκυρές έκαναν εκεί τις δουλειές τους. Το καλοκαίρι χρησίμευε ως τόπος συγκέντρωσης.                                  

Κατοικία στην Αρκάσα. Κάτω το μικρό σπίτι και πάνω το μεγάλο.
(Στα αριστερά είναι ο Elio Migliorini, ενώ στο κέντρο 
ο δάσκαλος Γεώργιος Καμαράτος από τις Πυλές.) 

  Στην αυλή άνοιγαν οι πόρτες των δύο δωματίων, του "μεγάλου" και του "μικρού" σπιτιού. Οι πόρτες ήταν πάντα χωρισμένες σε δύο μέρη, στο ύψος του ενός μέτρου, έτσι ώστε να μπορεί να κλείνει μόνο το κάτω μέρος και το πάνω να χρησιμεύει ως παράθυρο, εμποδίζοντας παράλληλα την είσοδο στο σπίτι των οικόσιτων ζώων.

Πόρτα στην Αρκάσα.

 Το μεγαλύτερο δωμάτιο χρησίμευε  ως υπνοδωμάτιο, ως αποθήκη προμηθειών και ως χώρος υποδοχής των καλεσμένων. Όλες οι καθημερινές εργασίες γίνονταν στο μικρό σπίτι, το οποίο ονομαζόταν και κελί. Οι κατόψεις τόσο του ενός όσο και του άλλου δωματίου ήταν πάντα ορθογώνιες. Σε ορισμένα σπίτια υπήρχε επίσης, ξεχωριστά από το υπόλοιπο οίκημα, ένας χώρος που χρησιμεύει ως αποθήκη (κελί) και φούρνος, ο οποίος χρησιμοποιούνταν από περισσότερες οικογένειες. Σε κάποια πιο μοντέρνα σπίτια, η αποθήκη είχε μετατραπεί σε κουζίνα.

Κάτοψη σπιτιού στην Κάρπαθο
Ι. Μεγάλο σπίτι: 1.'Ανω κρεβάτι 2. Κάτω κρεβάτι (σουφάς)
3.Μουσάντρα 4.Στύλος 5.Ντιβάνι ρουστίκ 6.Πάγκος
ΙΙ. Μικρό σπίτι: 7.Κρεβάτι (σουφάς)  8.Τζάκι
9.Θέση για αμφορείς (σταμνοθήκη) 10.Ράφι
ΙΙΙ. Κελί (Αποθήκη)   Cortile=Αυλή

  Οι στέγες των σπιτιών ήταν επίπεδες, οριζόντιες από καλάμια, καλυμμένες με ένα ειδικό χώμα (πατελιά), το οποίο καθαριζόταν συχνά από τα αγριόχορτα και πατιόταν κάθε χρόνο με τις πρώτες βροχές του Αυγούστου με μια βαριά κυλινδρική πέτρα (κύλινδρος), ώστε να γίνει η οροφή αδιάβροχη. Πάνω στη στέγη του "μικρού σπιτιού" ξεχώριζε η καμινάδα και η υδρορροή (χολέτρα) η οποία διοχέτευε το νερό στο πίσω μέρος του σπιτιού, και στις πιο άνυδρες περιοχές, σε μια στέρνα.

Άποψη κατοικιών στα Σπόα, με στέγες από  πατημένο χώμα.

  Ο Elio Migliorini ανάφερε ότι στα καλύτερα σπίτια, το κοτέτσι (κούμος) είχε πλέον μεταφερθεί στην ύπαιθρο. Εάν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν πλούσιος, προτιμούσε τα δύο δωμάτια, αντί να είναι παρακείμενα, να βρίσκονται το ένα πάνω στο άλλο. Στο επάνω δωμάτιο ανέβαινε κανείς μέσω μιας εξωτερικής ξύλινης (ή και πέτρινης) σκάλας, η οποία στην κορυφή της πλάταινε για να σχηματίσει έναν εξώστη στολισμένο με λουλούδια. Τα παράθυρα ήταν στραμμένα προς την αυλή, ένα ή το πολύ δύο, μιας και η πόρτα χρησίμευε και ως παράθυρο. Στο πίσω μέρος ή στις πλευρές μπορεί να υπήρχε κάποιος φεγγίτης ή κάποιο μικρό παραθυράκι. 

  Το εσωτερικό του "μεγάλου δωματίου" έμοιαζε με έκθεση στολιδιών με ζωηρά χρώματα: Κεντήματα, κάδρα, πορτρέτα, εικόνες, κουβέρτες, χράμια, υφάσματα, πιάτα και ημερολόγια (τα τελευταία σταλμένα συνήθως από την Αμερική). Στα Σπόα ήταν συνηθισμένα τα μεγάλα κάδρα με κεντήματα που έφεραν γνωμικά όπως: "Κι αυτός ο πόνος θα περάσει", "Την τύχη πρέπει να τη δοκιμάζεις, αλλά όχι να την εκβιάζεις", "Η αληθινή αγάπη ποτέ δεν σβήνει" και διάφορα άλλα. Σε μία γωνία βρισκόταν ο πάγκος (παγκάλι), ύψος 60 εκατοστών και μήκους 2 μέτρων, ο οποίος ήταν καλυμμένος με μαξιλάρια και χαλιά κι εκεί έβαζαν τους καλεσμένους να καθίσουν. 

Εσωτερικό σπιτιού στην Κάρπαθο

  Το πίσω μέρος του δωματίου ήταν υπερυψωμένο από το έδαφος, σε σημείο που για να έχει κάποιος πρόσβαση θα έπρεπε να ανέβει τρία σκαλοπάτια· επιπλέον, χωριζόταν σε δύο μέρη. Δίπλα στη σκάλα βρισκόταν ένας άλλος μικρότερος πάγκος (παγκαλάκι), λίγο χαμηλότερα από τον άλλο (40εκ.) και αρκετά πιο μικρός ( 1 μ.), που χρησιμοποιείται κι αυτός ως κάθισμα. Για την πρόσβαση στο υπερυψωμένο τμήμα, ανέβαινε κανείς τα τρία σκαλοπάτια βοηθούμενος από δύο κολωνάκια, στις πλευρές των οποίων βρίσκονταν μικρά κάγκελα (τραπουζάνια), όπου οι γυναίκες εξέθεταν σάλια, κουβέρτες και άλλα εργόχειρα.  

  Εκεί βρισκόταν το κάτω κρεβάτι (κάτω σουφάς) και το πάνω κρεβάτι (πανωσούφι). Ο κάτω ήταν σε ύψος 1,25μ από το δάπεδο, με μήκος 4,40μ . και πλάτος 2,20μ.· ο πάνω ήταν σε ύψος 1,65μ και είχε μήκος 2,90μ. Ένα χαρακτηριστικό  τμήμα, φτιαγμένο για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση του χώρου ήταν η μουσάντρα, ένας ορθογώνιος υπερυψωμένος αποθηκευτικός χώρος που κρέμεται από τη οροφή, στην οποία η πρόσβαση γινόταν από το πανωσούφι· εκεί τοποθετούνταν βαλίτσες, κουβέρτες κλπ. Η μουσάντρα βρισκόταν σε ύψος δυόμισι μέτρων από το δάπεδο, είχε μήκος 2,80μ., πλάτος το μισό του μήκους της και ύψος 1,90μ., ώστε ένα άτομο να μπορεί να σταθεί όρθιο. Κάτω από αυτήν, στον τοίχο εφάπτονταν  μια μεγάλη ντουλάπα. Γύρω από τους τοίχους υπήρχαν πολλά ράφια. Στο σημείο που διαχωριζόταν το μεγάλο και το μικρό κρεβάτι (εννοεί του σουφά), βρισκόταν ένα χοντρό δοκάρι (στύλος) πάνω στον οποίο στηριζόταν η οροφή. Ο πάνω σουφάς χρησίμευε ως κρεβάτι, ενώ ο κάτω ως αποθήκη. Από κάτω τους βρισκόταν ένας ευρύχωρος χώρος φύλαξης για σιτάρι, κριθάρι και άλλες προμήθειες (εννοεί τον αποκρίατο).

 Στη συνέχεια ο Elio Migliorini περιγράφει το "δεύτερο σπίτι" (παράσπιτο), στο οποίο πραγματοποιούνταν η καθημερινή δραστηριότητα της Καρπαθιάς. Σε μία γωνία βρισκόταν το τζάκι, δίπλα στο οποίο υπήρχε μια ντουλάπα για τα πιάτα και άλλα αντικείμενα. Δύο άλλες εσοχές χρησίμευαν για την τοποθέτηση των σταμνιών(σταμνοθούκες). Απέναντι υπήρχε ένα πάγκος, ενώ το βάθος του δωματίου καταλάμβανε ένας σουφάς, πιο απλός και μικρός, κάτω από τον οποίο τοποθετούνταν τα καυσόξυλα. Το δάπεδο του μικρού σπιτιού ήταν συχνά φτιαγμένο απλώς από πατημένο χώμα, το οποίο γινόταν αδιάβροχο, αφού το άλειφαν με νερό στο οποίο είχαν διαλύσει κοπριά βοοειδών. 

  Αν τα δύο δωμάτια ήταν το ένα πάνω από το άλλο, στο κάτω (που αντιστοιχούσε στο μικρό σπίτι) υπήρχαν πολλά ράφια, ο σουφάς που προοριζόταν για την οικιακή βοηθό (ή των γονέων) και συχνά η σκάφη για το ψωμί. Για να μην μουχλιάσει το ψωμί, τοποθετούνταν συνήθως σε ειδικό πανέρι (ψωμοθούκα), που κρεμιόταν από την οροφή. (Αυτό αποτελούνταν από έναν ξύλινο κύκλο διαμέτρου 35-40 εκ., γύρω από τον οποίο ήταν πλεγμένοι σπάγκοι σχηματίζοντας ένα δίχτυ με όχι πολύ αραιές τρύπες. Πάνω σε αυτό τοποθετούσαν το ψωμί. Με τρία κορδόνια δεμένα στον κύκλο σε ίσες αποστάσεις, μήκους 70 εκ. και δεμένα ψηλά με κόμπο, το πανέρι κρατιόταν όρθιο.) 

  Κοινή με τα άλλα νησιά ήταν η συνήθεια, ειδικά σε θρησκευτικές εορτές, να βάφουν όλο το σπίτι (μερικές φορές ακόμα και κοντινά αντικείμενα, όπως τα δέντρα) λευκό με ασβέστη.

 

(1) L. Ross, Ταξίδια στα νησιά της Αιγιαίας Θάλασσας. Λειψία, 1840-43. 
(2) Μ. Γ. Μιχαηλίδης Νουάρος, Λαογραφικά Σύμμεικτα Καρπάθου, τόμος II, σελ. 342-63.»
(3) Οι όροι εντός των παρενθέσεων, είναι ακριβώς όπως τους γράφει ο Migliorini στα ελληνικά.

Σημείωση: Οι φωτογραφίες και οι λεζάντες τους είναι αυτές του Migliorini, από το Δελτίο της Βασιλικής Ιταλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, Σειρά VII - Τόμος II, Τεύχος 4 - Απρίλιος 1937-XV, καθώς και όλα τα παραπάνω στοιχεία που παραθέτουμε. Οι φωτογραφίες ανήκουν στη συλλογή του ιστολογίου μας.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗΣ               ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ

     (συνέχεια στο επόμενο)



Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Η Κάρπαθος το 1936 - Elio Migliorini (2)

 (συνέχεια από το προηγούμενο) 

   Μετά τα Πηγάδια, ο Elio Migliorini, ασχολείται με τα υπόλοιπα χωριά της Καρπάθου. Ως γεωγράφος παρουσιάζει τα γεωφυσικά και μορφολογικά στοιχεία τους. Σύμφωνα με τις καταγραφές του το υψόμετρο τους κυμαίνεται από τα 50 μέτρα (Αρκάσα) ως τα 500 μέτρα (Όθος). Πέντε χωριά βρίσκονται σε υψόμετρο μεταξύ 300 και 450 μέτρων (Απέρι,Πυλές,Μενετές, Σπόα και Βωλάδα) και άλλα δύο μεταξύ 150 και 300 μέτρων (Μεσοχώρι και Όλυμπος). Παρατηρεί ότι κανένα χωριό δεν είναι κτισμένο σε επίπεδο έδαφος, αλλά όλα είναι κτισμένα σε κάποια πλαγιά, όπου τα κτίσματα διαμορφώνονται σε αναβαθμίδες. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει το Απέρι, του οποίου τα σπίτια έχουν διάταξη παρόμοια με τις υπερκείμενες αναβαθμίδες, οι οποίες καλλιεργούνταν με αμπέλια, οπωρώνες και περιβόλια. Αυτά αρδεύονταν με τα νερά της πηγής της Βλύας, που ανέβλυζε από τον βράχο, όχι μακριά από τη Βωλάδα. Το νερό ήταν διαυγές, σχετικά δροσερό και άφθονο, ενώ τρία χιλιόμετρα πιο κάτω χανόταν στα ασβεστολιθικά πετρώματα. Το Απέρι υποδιαιρούνταν σε τρεις συνοικίες που ενώνονταν με μια γέφυρα (σημερινό Γεφύρι). Η μεγαλύτερη συνοικία ήταν στη δεξιά πλευρά και οι άλλες δύο στην αριστερή πλευρά του χειμάρρου. Από την επεξήγηση της φωτογραφίας που έχει επισυνάψει, ως δεξιά είναι το σημερινό Κάτω και Πάνω Απέρι, ενώ στα αριστερά Μορροούς, Βαλαντού, Αγ. Βασίλης, Χογλακιά και Λώροι.


Το Απέρι, ένα χωριό σε πλαγιά λόφου με αναβαθμίδες, ήταν η πρωτεύουσα του νησιού μέχρι το 1893. Αριστερά βρίσκεται η κύρια εκκλησία, έδρα του Μητροπολίτη Καρπάθου και Κάσου.

    Με τον ίδιο τρόπο, μας λέει, είναι κτισμένες και οι Μενετές, όπου εκεί οι ταράτσες από πατημένο χώμα (το ώμα) επικρατούσαν έναντι των δίρριχτων σκεπών. Το ίδιο ισχύει και για τα άλλα χωριά. Ξεχωρίζει την Αρκάσα, η οποία κτίστηκε όχι σε κάποια πλαγιά, αλλά γύρω από έναν ρέμα στο οποίο έτρεχε συνεχώς νερό από δύο πηγές που βρίσκονταν ένα χιλιόμετρο μακριά από το χωριό. Τον ρέμα αυτό κινούσε περίπου δέκα νερόμυλους. Ο χείμαρρος χώριζε την Αρκάσα σε δύο τμήματα, ένα μεγαλύτερο στη δεξιά πλευρά κι ένα μικρότερο στην αριστερή τα οποία ενώνονται χαμηλά σε μια γέφυρα.

Μενετές: Επίπεδες στέγες από συμπιεσμένο χώμα και σπίτια σε κεκλιμένο έδαφος.

  Ιδιαιτέρως τον εντυπωσίασε η Όλυμπος. Για τον τρόπο κτισίματός της σε μια απότομη πλαγιά, όπου συχνά η ταράτσα του ενός σπιτιού χρησιμεύει ως αυλή του σπιτιού που βρισκόταν στο αμέσως αποπάνω διάζωμα. Για την τοποθεσία του χωριού που πέρα από την ισχυρή αμυντική του θέση, έχει ρεύματα αέρα τα οποία κινούν συνεχώς τους ανεμόμυλους που βρίσκονται στην κορυφογραμμή που χωρίζει τη δυτική με την ανατολική πλευρά του χωριού. Το πόσο αποκομμένη ήταν από το υπόλοιπο νησί, όπου χρειαζόταν πορεία 8-10 ωρών μέσα από δύσκολα μονοπάτια για να έλθουν σε επικοινωνία με κάποιο άλλο χωριό. Ο άγριος χαρακτήρας του χωριού, ο οποίος ενισχυόταν από την γύμνια  του εδάφους που το περιέβαλε. Η διατήρηση πανάρχαιων παραδόσεων, ειδικά η γλώσσα στην οποία διέκρινε αρχαϊκούς τύπους. Η χρήση ξύλινων μάνταλων στις πόρτες(1). Αλλά και η χαρακτηριστική στολή των γυναικών, τις οποίες φορούσαν για τις καθημερινές τους εργασίες, οι οποίες αποτελούνταν από λευκές βράκες καλυμμένες με ένα γαλάζιο χιτώνα, ο οποίος ανασηκωνόταν για να επιτρέπει το γρήγορο βάδισμα, ακόμα και στα πιο δύσβατα μονοπάτια.


Η Όλυμπος επικοινωνεί με το νότιο τμήμα του νησιού
μέσω μονοπατιών για μουλάρια, παρόμοια με αυτά που εικονίζονται εδώ.

  Δύο άλλοι οικισμοί, στους οποίους ο Migliorini παρατήρησε μία τάση ενδυνάμωσής τους, από κατοίκους που εγκατέλειπαν τα μεσόγεια του νησιού, είναι το Φοινίκι (επίνειο της Αρκάσας) και το Διαφάνι (επίνειο της Ολύμπου). Το Φοινίκι αριθμούσε 103 κατοίκους (το 1936), οι περισσότεροί του κάτοικοι ήταν γηγενείς (μόνο 15 γεννήθηκαν αλλού, οι 10 στις Πυλές). Διοικητικά το Φοινίκι ανήκε ακόμα στην Πυλές, αλλά έτεινε να αυτονομηθεί (Τελικά εντάχθηκε ως οικισμός στην Αρκάσα.) Υπήρχαν πολλά σπίτια που διέθεταν ευρύχωρες αποθήκες. Δέκα οικογένειες ασχολούνταν με την αλιεία, όπως και με τη ναύλωση μεταφορικών μέσων για την Κάσο. Υπήρχε έλλειψη νερού κι αυτό ήταν η αιτία που ανοίχθηκαν κάποια πηγάδια, με αντλίες που λειτουργούσαν με μηχανισμό αντιβάρων, όπως τα Πηγάδια.
Το Διαφάνι είχε περίπου τριάντα σπίτια. 

Φοινίκι, ένα πρόσφατα σχηματισμένο χωριό στη δυτική πλευρά, που βλέπει την Κάσο

Άποψη των Πυλών

  Πληθυσμιακά δεδομένα: Ο Elio Migliorini παρέθεσε τον παρακάτω πίνακα, ο οποίος κατέτασσε τις κοινότητες της Καρπάθου σε σχέση με τον πληθυσμό τους. Παρατηρούμε ότι σε σχέση με την απογραφή του 1891, το 1931, σαράντα χρόνια μετά, ο πληθυσμός του νησιού εμφανίζεται μειούμενος. 7405 έναντι 6575 κατοίκων. Βέβαια η απογραφή ήταν κατά προσέγγιση, καθότι χρησιμοποιούνταν ληξιαρχικά στοιχεία και όχι η μέθοδος της απευθείας απογραφής. Η προσωρινή απογραφή του 1936 (πιο λεπτομερής), εμφανίζει σύνολο πληθυσμού 7526 άτομα, από τα οποία τα 181 είναι ξένοι υπήκοοι και 63 Ιταλοί υπήκοοι  (αύξηση σε σχέση με το 1931 κατά 14,4%). Εκτός από τα Πηγάδια, για τα οποία έγινε λόγος στην προηγούμενη εγγραφή, αισθητή αύξηση εμφανίζουν οι Μενετές (309 κάτ.), το Απέρι (46), η Βωλάδα (68) και το Όθος (55), χωριά τοποθετημένα στην ευνοϊκότερη ζώνη όσον αφορά τα νερά και τα εδάφη. Η Όλυμπος αντίθετα σημειώνει μείωση κατά 98 κατοίκους και τα Σπόα κατά 32. Οι υπόλοιπες κοινότητες παρουσιάζουν ελάχιστες διακυμάνσεις. 

Κατάταξη

Κοινότητα

1931

1891

1η

Όλυμπος

1301

1350

2η

Μενετές

819

1340

3η

Απέρι

680

1160

4η

Πηγάδια

664

260

5η

Αρκάσα

556

500

6η

Πυλές

551

620

7η

Όθος

544

510

8η

Μεσοχώρι

539

780

9η

Βωλάδα

502

585

10η

Σπόα

419

300

ΣΥΝΟΛΟ


6575

7405

  Σημειώνει ότι η προσωρινή μετανάστευση στο παρελθόν ήταν σημαντική, σε σημείο που γύρω στο 1900 το ένα όγδοο των κατοίκων (900 άτομα), εργάζονταν ως χτίστες, λιθοξόοι, ξυλουργοί ή ως ανειδίκευτοι εργάτες στα άλλα νησιά του Αιγαίου, στον Πειραιά, στην Ανατολία ή την Αίγυπτο. Στη συνέχεια πολλοί κατευθύνθηκαν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες (Σικάγο, Πίτσμπουργκ, Νιου Καστλ, Πενσυλβάνια κλπ) δουλεύοντας ως σερβιτόροι και μικρέμποροι, και πιο πρόσφατα στην Περσία για οδικά έργα (από την Αρκάσα, Μενετές, Μεσοχώρι και Σπόα)(2).
 Παρατηρεί ότι η μετανάστευση ήταν κάτι που αφορούσε και τις Ιταλικές αλπικές περιοχές, που είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των αγροτικών εργασιών. Στην Κάρπαθο θεωρεί ότι ιδιαίτερο ρόλο έπαιζε και το κληρονομικό δίκιο, σύμφωνα με το οποίο όλη την πατρική περιουσία (εκτός αυτής που είχε δημιουργήσει με την προσωπική του εργασία ο πατέρας) κληροδοτούνταν στον πρωτότοκο γιο, περιορίζοντας τις δυνατότητες των άλλων αγοριών και αναγκάζοντάς τα να ψάξουν αλλού για εργασία. Όπως και η μεγαλύτερη κόρη κληρονομεί από τη μητέρα της όσα έφερε ως προίκα, όταν παντρεύτηκε. Το 1936 η μετανάστευση είχε σταματήσει εντελώς λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, αλλά στο νησί εξακολουθούσαν να έρχονται αξιόλογα χρηματικά εμβάσματα.

Άποψη του Όθους, 1936

(1) δες Λαογραφικά Σύμμεικτα Καρπάθου, τόμος Β΄, Αθήναι 1934, σελ 272), πλήρη καταγραφή των μαντάλων
(2) Σίγουρα οι πληροφορίες του είναι ελλιπείς, καθότι δεν αναφέρει για παράδειγμα τα ορυχεία, όπου δούλευαν πολλοί Καρπάθιοι στην Αμερική ή τα νταμάρια της Πεντέλης.

Σημείωση: Οι φωτογραφίες και οι λεζάντες τους είναι αυτές του Migliorini, από το Δελτίο της Βασιλικής Ιταλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, Σειρά VII - Τόμος II, Τεύχος 4 - Απρίλιος 1937-XV, καθώς και όλα τα παραπάνω στοιχεία που παραθέτουμε. Οι φωτογραφίες ανήκουν στη συλλογή του ιστολογίου μας.

Επιπλέον Βιβλιογραφία: https:  Απέρι ( χωριό, κοινότητα και δημοτικό διαμέρισμα)


ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗΣ                     ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Η Κάρπαθος το 1936 - Elio Migliorini (1)

 Το 1936, ο Elio Migliorini (1902–1988), ο διαπρεπής Ιταλός
γεωγράφος, μέλος της Ιταλικής Γεωγραφικής Εταιρίας και ακαδημαϊκός, χάρη σε επιχορήγηση της Βασιλικής Ακαδημίας της Ιταλίας (Ίδρυμα Volta), μπόρεσε να επισκεφτεί τα περισσότερα από τα ιταλοκρατούμενα νησιά του Αιγαίου. Επισκεπτόμενος την Κάρπαθο, έλαβε  πολύτιμες πληροφορίες και βοήθεια από τον Γραμματέα της Αντιπροσωπείας Giovanni Rani, τους υπαξιωματικούς των Καραμπινιέρων Pastore και Cavallaro, τους ταξίαρχους Piras και Lo Conte, καθώς και τους δασκάλους Γεώργιο Μ. Καμαράτο (από την Αρκάσα) και Κωνσταντίνο Διακολιό (από τα Σπόα). Τις πληροφορίες που συνέλεξε μαζί με ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό, δημοσίευσε στο  Δελτίο της Βασιλικής Ιταλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, Σειρά VII - Τόμος II, Τεύχος 4 - Απρίλιος 1937-XV». 

Με τον μπερέ ο Elio Migliorini και πίσω του ο Cavallaro. Αφού εξερεύνησε 
όλη την περιοχή της Ολύμπου, τον παρέλαβε καΐκι από το στενά, για να τον μεταφέρει στα Πηγάδια.

  Όπως μας λέει ο ίδιος, του είχε κάνει εντύπωση ότι μέχρι τότε, αυτοί που είχαν γράψει για την Κάρπαθο, την περίγραφαν με τα χειρότερα λόγια «Αυτό το άθλιο νησί... τίποτα περισσότερο από μια σειρά... άξεστων και τραχιών ανθρώπων... με μοναδικά αρχαϊκά έθιμα». Και αναφερόταν  στον Γάλλο γεωγράφο L. Febvre και το σύγγραμμα του L. FEBVRE, La Terre et l'évolution humaine, Παρίσι, 1922, σελ. 270  και τον επίσης Γάλλο Γεωλόγο, Γεωγράφο και εξερευνητή E. Aubert de la Rüe στο  σύγγραμμά του L'Homme et les îles, Παρίσι, 1935, σελ. 52-3. Το θέμα ήταν ότι κανένας από τους δύο δεν είχε επισκεφτεί το νησί. Σκοπός του ήταν να κάνει μια εμπεριστατωμένη έρευνα για την γεωγραφία του νησιού, που θα στηριζόταν στα φυσικά και ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά του νησιού. Ήταν απόλυτα προετοιμασμένος για την εργασία αυτή, και μεταξύ άλλων είχε μελετήσει τα Λαογραφικά Σύμμεικτα Καρπάθου του Μ. Γ. Μιχαηλίδη Νουάρου, τα παλαιότερα Καρπαθιακά του Ε. Μανωλακάκη και  L'île de Karpathos (1901) του Βέλγου γεωγράφου H. Hauttecoeur. 

  Στη σημερινή εγγραφή θα σταθώ σε αυτά που έγραψε για τα Πηγάδια, μαζί με σχετικό φωτογραφικό υλικό. Υποστηρίζει ότι ο λόγος που αναπτύχθηκαν και πάλι οι παραθαλάσσιες περιοχές, ήταν η αίσθηση ασφάλειας της θάλασσας (είχε οριστικά κτυπηθεί η πειρατεία) και η χρήση των μηχανοκίνητων σκαφών και των ατμόπλοιων, όπου οι μεταφορές αποδεσμεύτηκαν από τις παραδοσιακές διαδρομές. Με τη λογική αυτή αναπτύχθηκαν και τα Πηγάδια, στα οποία μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα του νησιού από το Απέρι, το 1893. Χαρακτηρίζει την ανάπτυξη των Πηγαδίων αξιοσημείωτη. Γύρω στο 1900 αριθμούσε μόλις 260 κατοίκους. Σύμφωνα με τον H. Hauttecoeur, γύρω στα 1985 ελάχιστα σπίτια υψώνονταν κοντά στην ακτή. Το 1931 καταμετρήθηκαν 664 άτομα, από τους οποίους οι 31 ήταν Ιταλοί. (Ασφαλώς δεν προσμετρώνται οι στρατιωτικές δυνάμεις). Στην απογραφή του 1936, οι κάτοικοι είχαν αυξηθεί σε 792, ενώ οι Ιταλοί μειώθηκαν σε 19. Δηλαδή σε πέντε μόλις χρόνια η αύξηση του πληθυσμού των Πηγαδίων ήταν 19%.

Άποψη της περιοχής, όπου σήμερα βρίσκεται το λιμάνι.
Διακρίνεται το Λιμεναρχείο και το Τελωνείο.

  Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι μας δίνει έναν πλήρη αριθμητικό κατάλογο, της καταγωγής των κατοίκων των Πηγαδίων. Οι περισσότεροι, οι 460 είχαν γεννηθεί εκτός της γρήγορου αναπτυσσόμενου παράλιου οικισμού. 129 γεννήθηκαν στο Απέρι, οι 124 στις Μενετές, οι 22 στη Βωλάδα, οι 15 στην Όλυμπο, οι 13 στις Πυλές. Αλλά υπήρχαν και πολλοί που ήλθαν από άλλα νησιά του Αιγαίου, 20 από την Ρόδο, 16 από τη Σύμη και άλλοι 16 από το Καστελλόριζο. 19 άτομα είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα (οι 6 στην Κρήτη), 14 στην Αφρική, 9 στην Αίγυπτο, 9 στην Αμερική (οι 7 στο Pittsburgh) κι ένας στην Αυστραλία. Οι τελευταίοι σίγουρα αποτελούν μέρος των Καρπαθίων Μεταναστών. Τέλος υπήρχε και μια οικογένεια Ισραηλιτών.

  Καθώς αναπτύσσονταν τα Πηγάδια, αξιοποιούνταν και όλη ζώνη που βρισκόταν στα βορειοδυτικά του χωριού, με καλλιέργειες ελαιόδεντρων, οπωρώνες, περιβόλια και χωράφια με δημητριακά.

  Ο Migliorini υποστηρίζει ότι τα Πηγάδια ονομάζονται έτσι από τα πολλά πηγάδια, τα οποία μέσα από το στρώμα των κροκαλοπαγών και της άμμου φτάνουν στους υδροφόρους ορίζοντες πάνω στο επίπεδο των βαθύτερων αργιλικών στρωμάτων και εκτείνονται κατά μήκους της ακτής. 

Κατασκευή άντλησης νερού με μηχανισμό παλινδρόμησης στα Πηγάδια.

  Για τα σπίτια λέει ότι ήταν καλοχτισμένα, δίχως ιστορικό ή άλλο ενδιαφέρον μιας και ήταν πρόσφατες κατασκευές, τα οποία αποτελούνταν από ένα ισόγειο κι έναν πρώτο όροφο με κάποιο μπαλκόνι. Στο ισόγειο γενικά υπήρχαν καταστήματα ή καφενεία. Οι στέγες ήταν τετράριχτες, πολύ μικρής κλίσης. Ορισμένα βρίσκονταν στο δρόμο που πήγαινε προς τις Μενετές, αλλά τα περισσότερα ευθυγραμμίζονταν με την οδό που ήταν παράλληλη της ακτής, με τρόπο που τα Πηγάδια να συγκροτούν έναν χαρακτήρα που δήλωνε ότι εκεί βρισκόταν το κέντρο του οικισμού, ο οποίος προστατευόταν από πίσω από μια σειρά λόφων. Τα καταστήματα και τα καφενεία ήταν πολύ περισσότερα, απ' ότι θα δικαιολογούσε ο αριθμός των κατοίκων (Λογικό μιας και τα Πηγάδια είχαν αρχίσει να λαμβάνουν την κύρια οικονομική θέση τους στο νησί). Δύο κτίρια ξεχώριζαν, ο ναός της Ευαγγελισμού, που ήταν κτισμένη σε ένα πλάτωμα δίπλα στη θάλασσα (στη θέση της νέας Ευαγγελίστριας) και η έδρα της Κυβερνητικής αντιπροσωπείας (Delagazione di Governo), η οποία πρόσφατα είχε κατασκευαστεί στα δυτικά του οικισμού, κοντά στην τοποθεσία Σκάλα, απέναντι από το Γαϊδουρονήσι.  Σε μια ευρύχωρη πλατεία (πλατεία επαρχείου σήμερα) υψώνονταν τα κύρια δημόσια κτίρια του νησιού, στα δεξιά το ταχυδρομείο και το Ειρηνοδικείο και στα αριστερά ο στρατώνας των Καραμπινιέρων και στο κέντρο η κατοικία του Αντιπροσώπου.

  Τα Πηγάδια συνδέονταν ακτοπλοϊκώς εβδομαδιαίως με τη Ρόδο και υπήρχε και μια μηχανοκίνητη λέμβος για τη μεταφορά εμπορευμάτων και προσώπων τις ενδιάμεσες ημέρες.

  


Άποψη των Πηγαδίων το 1936, φωτογραφίες Elio Migliorini

                                                                                                                         (Συνεχίζεται...)
Περισσότερες πληροφορίες για τον Elio Migiorini:
  Ο Elio Migliorini υπήρξε μια από τις πιο επιδραστικές και πολυδιάστατες προσωπικότητες της ιταλικής γεωγραφίας του 20ού αιώνα. Ακαδημαϊκός υψηλού κύρους, έμεινε στην ιστορία όχι μόνο για την επιστημονική του αυστηρότητα, αλλά και για την προσφορά του στη διδακτική και το πάθος του για τη γλώσσα Εσπεράντο. Ακολουθούν τα κύρια χαρακτηριστικά της πορείας του: 1. Ακαδημαϊκή Καριέρα και Έρευνα Μαθητής του διάσημου γεωγράφου Roberto Almagià, ο Migliorini δίδαξε σε αρκετά κορυφαία ιταλικά πανεπιστήμια, όπως το L'Orientale της Νάπολης (του οποίου διετέλεσε διευθυντής μεταξύ 1945 και 1947), το Federico II και, τέλος, το La Sapienza της Ρώμης. * Πεδία μελέτης: Ασχολήθηκε αρχικά με την πολιτική και οικονομική γεωγραφία, ενώ αργότερα αφοσιώθηκε σε βάθος στην ανθρωπογεωγραφία. * Δημοσιεύσεις: Συνέγραψε εγχειρίδια που γαλούχησαν γενιές φοιτητών, όπως το La Terra e gli uomini (Η Γη και οι άνθρωποι) και το L'esplorazione del Sahara (Η εξερεύνηση της Σαχάρας). * Ιταλική Γεωγραφική Εταιρεία: Υπήρξε βασικός πυλώνας του ιδρύματος, επιμελούμενος για σχεδόν είκοσι χρόνια (1928-1947) το περίφημο Δελτίο της Εταιρείας. 2. Προσφορά στη Διδακτική Ο Migliorini πίστευε βαθιά στην εκπαιδευτική αξία της γεωγραφίας. Για τον λόγο αυτό: * Το 1954 υπήρξε ο εμπνευστής και ιδρυτής της AIIG (Ένωση Ιταλών Καθηγητών Γεωγραφίας), της οποίας διετέλεσε πρόεδρος για πολλά έτη. * Εργάστηκε ακούραστα για τη βελτίωση της ποιότητας διδασκαλίας του αντικειμένου στα σχολεία όλων των βαθμίδων. 3. Η Εσπεράντο και η Οικογένεια Μια ιδιαίτερη πτυχή της ζωής του ήταν ο δεσμός του με τη διεθνή γλώσσα Εσπεράντο. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής και μελετητής της, συγγράφοντας γραμματικές και εγχειρίδια (όπως το Manuale di Esperanto του 1980) και χρησιμοποιώντας την ως εργαλείο παγκόσμιας επιστημονικής ανταλλαγής. Σημείωση: Ο Elio ήταν αδελφός του Bruno Migliorini, ενός από τους σημαντικότερους Ιταλούς γλωσσολόγους και φιλολόγους του 20ού αιώνα, συγγραφέα της θεμελιώδους Ιστορίας της Ιταλικής Γλώσσας.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗΣ            ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ


Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Πορτολάνος για την Κάρπαθο

  Σήμερα όλοι γνωρίζουν ότι καθένας που θέλει να κάνει ένα ταξίδι χρησιμοποιεί κάποιον χάρτη. Οι χάρτες για την ναυσιπλοΐα (πορτολάνοι) εμφανίστηκαν  τον 13ο αιώνα και όπως καταλαβαίνετε ήταν ατελείς. Εμφάνιζαν τα νησιά με πολλά λάθη και κυρίως τόνιζαν τα ασφαλή αραξοβόλια και τα επικίνδυνα ακρωτήρια. Πριν την εμφάνιση των χαρτών υπήρχαν τα βιβλία οδηγιών, που κι αυτά ονομάζονταν πορτολάνοι. Οι πορτολάνοι με γραπτές οδηγίες για ένα μεγάλο διάστημα συνυπήρχαν με τους χάρτες.

  Οι γραπτοί πορτολάνοι ήταν χειρόγραφες ή έντυπες σημειώσεις με λίστες λιμανιών με τη σειρά που θα τα συναντούσε ένα πλοίο, μαζί με εκτιμήσεις για την κατεύθυνση των ανέμων, την διεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει ένα πλοίο και τα σημάδια που θα έπρεπε να αναγνωρίζει ο καπετάνιος για να πλοηγεί σωστά το καράβι του.

  Ο Πορτολάνος που θα παρουσιάσω σήμερα είναι του 1729, γραμμένος στα ελληνικά και εκδόθηκε στο τυπογραφείο του Νικόλαου Σάρο στη Βενετία. Αντίτυπο του υπάρχει στο μουσείο Μπενάκη. Ο  Νικόλαος Σάρο ήταν διάσημος Γιαννώτης τυπογράφος, ο οποίος διατηρούσε ελληνικό τυπογραφείο στη Βενετία, κατά τον 17ο 18ο αιώνα. 

  Ο πορτολάνος αυτός μας λέει ο "δημιουργός" του ο Δημήτρης Τάγια, έπεσε στα χέρια του το 1509 καθώς ταξίδευε. Κι αποφασίζει να τον κάνει δημόσιο, ώστε κάθε ένας ναυτικός να μάθει τα μυστικά του και να μην παριστάνουν οι καπεταναίοι του σπουδαίους, "... να φαίνωνται μεγάλοι ...τάχα πως είν' κεφάλι".  Όλη η απόφαση του του Τάγια να τον δώσει για τζάμπα χρήση, είναι γραμμένη σε έμμετρο κείμενο από τον ίδιο μιας και μιλά σε πρώτο πρόσωπο. Παρακάτω ένα μικρό απόσπασμα:

Ο Πορτολάνος η τιμή, λέγω της ναυτοσύνης, 
Ποδότων(1) Καραβοκυρών, βιβλίο δικαιοσύνης(2). 
Ναυκλήρων(3) τε και Κόμητων, και όποιος δελετάρει(4), 
Και όποιος ναυτικὴ αγαπά, γέρος και παλικάρι.
 Δεν είχε δε τον πίνακα, μα 'γω τον είχα βάλει, 
Για να (ε)ύρης εύκολ᾽ ότι θες, και σ᾽όρθει στο κεφάλι. 
Και εις το νού μου έβαλα, η τσάμπα δεν τον έχει(5), 
Ουδὲ ολίγο ουδὲ πολὺ, ἐκ τούτου να μετέχη. (6)
Λέγω στω τσάμπα να βαλθή, καθένας να μαθαίνη, 
Για την τιμή του ο κάθε εις, όπου και αν τυχαίνει. 
Γιατὶ πολλοὶ τὸν είχασι, κρυμμένο φυλαμένο, 
Εις την κασέλα δυνατά , και κατακλειδομένο. 
Πως να τον έχουν μόν' αυτοὶ, να φαίνωνται μεγάλοι, 
Να τους κρατούν ως (ν)άν(αι) ψηλά , τάχα πως είν᾿ κεφάλι.
(1) ποδότης: ο πλοηγός  (2) εννοεί του ναυτικού δικαίου   (3)ναύκληρος: ο υπεύθυνος για το πλήρωμα και τον εξοπλισμό  (4) δελετάρει: Από το ιταλικό dilettare, σημαίνει αυτός που βρίσκει ευχαρίστηση στο να διαβάζει, ο μελετητής.  (5) εννοεί ότι τζάμπα θα τον κρατά μόνο για τον εαυτό του.   (6) εννοεί και μόνο αυτός να κρατά τη γνώση αυτή.  
   Από τα παραπάνω συμπεραίνω, (αλλά και από ολόκληρο το σχετικό κείμενο) ότι από την στιγμή που κάποιος χειρόγραφος πορτολάνος έπεσε στα χέρια του ναυτικού Δημήτρη Τάγια, αυτός προσφέρθηκε να τον κάνει κτήμα των πολλών. Παρακάτω μιλά για αγορά του (...Και όποιος δεν ξέρει γράμματα, ναι ας τον αγοράση, Και ας βάλη άλλον σύντροφον, κι ας του τον διαβάση...."   Το τζάμπα με την αγορά ερμηνεύεται με την έννοια ότι θα δοθεί για εκτύπωση και δεν θα είναι πλέον χειρόγραφος, άρα απαγορευτικός στην αγορά από κάποιον που δεν διέθετε ένα τεράστιο ποσό.  
  Τώρα ερχόμαστε στα σημεία εκείνα που αφορούν την Κάρπαθο.
"... Η ρόδος με την αστυπαλεία, και με την Κάρπαθο με τον κάβο της ρόδου από τη μερέα της όστροιας(1) εβλέπονται γρέγο γαρμπή(2) είναι μίλλια σαράντα. Η κάρπαθος με τον κάβο της κάσο, εβλέπονται γρέγο γαρμπή είναι μίλλια έξι, μέσα εις την κάρπαθο και εις την κάσο ήξκυρε ότι έχει μια ξέρα..."
(1) όστροια, όστρια είναι ο νότιος άνεμος, εδώ ο νότος.   (2) Ο πορτολάνος λέει ότι αν τραβήξεις μια γραμμή από τον κάβο της Ρόδου (το νότιο άκρο, το Πρασονήσι, που κοιτάζει προς την Όστρια/Νότο) μέχρι την Κάρπαθο, αυτή η γραμμή έχει κατεύθυνση  Βορειοανατολικά - Νοτιοδυτικά.  Από τη Ρόδο προς την Κάρπαθο πας Γαρμπή (ΝΔ). Από την Κάρπαθο επιστρέφεις στη Ρόδο με Γρέγο (ΒΑ).
"...Η αστυπαλία με την κάσο και η κάρπαθος, εβλέπονται σιρόκο μαΐστρο(1), είναι μίλλια ογδόντα..."
(1) Στη γλώσσα των πορτολάνων σημαίνει ότι τα νησιά αυτά βρίσκονται πάνω στην ίδια νοητή γραμμή. Αν βρίσκεσαι στην Αστυπάλαια και κοιτάξεις προς την Κάσο/Κάρπαθο, πρέπει να κοιτάξεις προς το Σιρόκο (Νοτιοανατολικά). Αν βρίσκεσαι στην Κάρπαθο και κοιτάξεις προς την Αστυπάλαια, πρέπει να κοιτάξεις προς το Μαΐστρο (Βορειοδυτικά).
  "...Η Κάρπαθος, στο ακρωτήρι της ξαμουντάνας(1) έχει νησί μεγάλο, και λέγουντο νησιαρία(2), και είναι καλός λημιώνας(3), εμπαίνεις μέσα στη νησαρία και (α)ράζεις εις το κεφάλι της σπιάτζας(4) του πουνέντι(5), και πιάνεις τα πλωρήσιάσου εις τον πουνέντι εις τον κάβο της σπιάτζας, και τα σίδεράσου(6) εις το μεσημέρι, εις οργίες κ΄(7). ..."
(1) τραμουντάνα (βορειοδυτικά)   (2) Το νησί Σαρία, βόρεια της Καρπάθου.        (3) λιμάνι    (4) παραλία ( από το ιταλικό spiaggia)    (5) στη δύση    (6) σίδερα= άγκυρες     (7) 20 οργιές ( οργιά= περίπου 1,90μ)
«Η Κάρπαθος, στο βορειοδυτικό της ακρωτήρι (ξαμουντάνα), έχει ένα μεγάλο νησί που το ονομάζουν Νησιαρία (Σαρία). Εκεί υπάρχει καλό λιμάνι· μπαίνεις μέσα στη Νησιαρία και αράζεις στην άκρη της δυτικής παραλίας. Δένεις τις πλώρες σου στα δυτικά, στο ακρωτήρι της παραλίας, και ρίχνεις τις άγκυρές σου προς τον νότο (μεσημέρι), σε βάθος 20 οργιών.»
    • "...Το στόμα του λεβάντι έχει πιθαμαίς(1), δέκα, και το στόμα του πουνέντι είναι καλό, και απέχει, μήλλια, δύο, εις το μεσημέρι ευρίσκεις κορφόπουλο(2), και λέγουντον εις το τρίστομο(3), ομπρός εις το στόμα έχει νησιά δύο, και είναι και τρία στόματα καθάρια, και τα καράβια (α)ράσουν εις το ακρωτήρι του μεσημερίου εις τον εγκρεμνόν τον κόκινο, κι αφήνης τα νησία ζερβά(4), και υπάς εις την εκκλησίαν, και τα σίδερα εις την ξεμουντάνα, εις φούντος(5) οργίαις, η'(6). ..."
    • (1) πιθαμή: μονάδα μήκους, όσο το άνοιγμα της παλάμης, περίπου 22 εκ.   (2) μικρός κόλπος   (3) Τρίστομο: κλειστός κόλπος στα βορειοδυτικά της Καρπάθου   (4) αριστερά    (5) βάθος (από το ιταλικό fondo)    (6)  8 οργιές
    • «Η ανατολική είσοδος (το στόμα του λεβάντι) έχει βάθος δέκα πιθαμές, ενώ η δυτική είσοδος (του πουνέντι) είναι καλή και απέχει δύο μίλια. Στα νότια (μεσημέρι) θα βρεις έναν μικρό κόλπο που τον ονομάζουν Τρίστομο. Μπροστά στην είσοδο υπάρχουν δύο νησιά, δημιουργώντας έτσι τρία καθαρά περάσματα (στόματα). Τα καράβια αράζουν στο νότιο ακρωτήρι, στον κόκκινο γκρεμό· αφήνεις τα νησιά στα αριστερά (ζερβά), κατευθύνεσαι προς την εκκλησία και ρίχνεις τις άγκυρες (σίδερα) προς τον βορειοδυτικό άνεμο (ξεμουντάνα), σε βάθος 8 οργιών.»
    •   "...και είναι καλός λιμιώνας δια να βολάρης(1), και αν θέλης νερό άμε εις την στιάντζα της όστριας ψηλά από την θάλασσαν μία μπάλεςράδα(2), και ε(ί)ναι μια γρότα(3) εκεί είναι το νερό ταρμάθεια(4) (α)ράζει εις οργίαις, η΄...(5)"
    • (1) βολάρω: καταφεύγω σε υπάνεμο μέρος   (2) παλιά μονάδα μέτρησης απόστασης, όσο η βολή ενός πυροβόλου (περίπου 200-300 μέτρα)   (3) σπηλιά  (από το ιταλικό grotta)    (4) άφθονο    (5) οργιές 8
    • «...και είναι καλό λιμάνι για να προφυλαχθείς από την κακοκαιρία (να βολάρεις). Αν θέλεις νερό, πήγαινε στην παραλία που βλέπει στον νότο , σε απόσταση μιας βολής κανονιού πάνω από τη θάλασσα. Εκεί υπάρχει μια σπηλιά  όπου το νερό είναι άφθονο. Αράζεις σε βάθος 8 οργιών.»
    • "...και στη μερέα του μεσημερίου εις το νησί το άσπρο το μεγάλο το μακρύ ακόμι εις το πουνέντι έχει νησόπουλο, και εις τον γαρμπήν έχει νησί μαύρο, και εις τον σιρόκο έχει νησί μακρύ ωσάν κάτεργο(1), κι απάνω του στέκει ωσάν κόμης, και αφίνης το θέλεις δεξιά σου θέλεις ζερβά σου.   Μέσα εις την κάρπαθον, και εις την κάσο, έχει φούντος οργίαις, κ'... ."
    • (1) γαλέρα    
    • «...και στη νότια πλευρά (μεσημέρι), στο μεγάλο και μακρύ άσπρο νησί, ακόμη πιο δυτικά υπάρχει ένα μικρό νησάκι. Στα νοτιοδυτικά υπάρχει ένα μαύρο νησί, ενώ στα νοτιοανατολικά υπάρχει ένα μακρόστενο νησί που μοιάζει με κάτεργο, και πάνω του στέκει ένας βράχος που μοιάζει με άνθρωπο. Μπορείς να το προσπεράσεις είτε από τα δεξιά σου είτε από τα αριστερά σου. Ανάμεσα στην Κάρπαθο και την Κάσο, το βάθος είναι 20 οργιές.»
    •                                                              ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗΣ

Η Κάρπαθος το 1936 - Elio Migliorini (4)

  (συνέχεια από το προηγούμενο )    Ο Ιταλός Γεωγράφος Elio Migliorini , έκανε μια λεπτομερή καταγραφή των γεωργικών και κτηνοτροφικών ασχολ...