Ο Ιταλός Γεωγράφος Elio Migliorini, έκανε μια λεπτομερή καταγραφή των γεωργικών και κτηνοτροφικών ασχολιών των κατοίκων της Καρπάθου. Από τις παρατηρήσεις του, συμπέρανε ότι οι κάτοικοι για να μπορέσουν να παράγουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους, αναγκάζονταν να απομακρύνονται από τα χωριά τους για ικανά διαστήματα και γι΄ αυτό έκτισαν σπίτια στην ύπαιθρο, τα οποία χρησιμοποιούσαν κατά τις περιόδους της σποράς και του θερισμού. (σημείωση δική μας: αναφέρεται στους στάβλους, όπως ονομάζονται τα αγροτόσπιτα στο νησί). Σε αυτά στεγάζονταν και τα ζώα, που βοηθούσαν στην καλλιέργεια των αγρών. Αλλά και οι βοσκοί είχαν τις δικές τους αγροικίες, στις οποίες επεξεργάζονταν το γάλα των κοπαδιών τους.
![]() |
| Κατσίκια που βόσκουν κοντά στη Σπόα σε εδάφη που αποτελούνται από ηωκαινικούς ψαμμίτες. Σημειώστε το δυναμικό παράστημα της γυναίκας-βοσκού, με τις μεγάλες μπότες και τη κοντή φούστα. |
Κοντά στα χωριά, σε σημεία που αφθονούσαν τα τρεχούμενα νερά, υπήρχαν πολλοί λαχανόκηποι και οπωρώνες. Στους πρώτους καλλιεργούνταν κρεμμύδια, ντομάτες, κολοκύθια, λάχανα, μπιζέλια, ενώ στους δεύτερους μουριές, ροδιές, μηλιές, λεμονιές, αμυγδαλιές, καρυδιές, συκιές και κερασιές.
Ιδιαίτερα διαδεδομένη ήταν και η καλλιέργεια της ελιάς και του αμπελιού. Παρατηρεί όμως ότι σε σχέση με την Κω, που έχει περίπου την ίδια επιφάνεια με την Κάρπαθο, η καλλιεργήσιμη αμπελουργική έκταση είναι πολύ μικρή. 2000 στρέμματα η Κάρπαθος, ενώ η Κως 15500. Απέδωσε τη διαφορά αυτή στη φυλλοξήρα(1), η οποία κατέστρεψε πολλούς αμπελώνες, ειδικά στα περίχωρα της Ολύμπου. Τα κλήματα ήταν έρποντα στις περιοχές με πολλή αέρα ή με υποστύλωση και κρεβατίνες στις πιο απάνεμες περιοχές. Το κλάδεμα γινόταν Φεβρουάριο με Μάρτιο, ενώ ο τρύγος μεταξύ 15 Αυγούστου και 15 Σεπτεμβρίου. Τα σταφύλια απλώνονταν για 5-6 μέρες στον ήλιο, σ΄ένα ελεύθερο μέρος του αμπελιού (καταολάς), όπου αφαιρούνταν οι χαλασμένες ρόγες, οι οποίες χρησίμευαν στην παρασκευή της ρακής. Στη συνέχεια μεταφέρονταν στα πατητήρια, εκτός από εκείνη την ποσότητα που γινόταν σταφίδα.
Οι ελαιώνες ήταν πολυάριθμοι στις Πυλές, Απέρι, Όθος και Πηγάδια. Στην περίπτωση που φυτεύονταν νεαρά δέντρα, άφηναν αρκετή απόσταση μεταξύ τους, ώστε να αφήνεται χώρος για σπορά δημητριακών. Η συγκομιδή της ελιάς άρχιζε τον Οκτώβριο και διαρκούσε κάμποσους μήνες. Δεν γινόταν χρήση ραβδιών, αλλά οι ελιές αφαιρούνταν μία μία από τα δέντρα ή μαζεύονταν από το έδαφος. Την εργασία αυτή την έκαναν γυναίκες, οι οποίες ελάμβαναν το ένα τρίτο της συγκομιδής. Την ημερήσια παραγωγή την μετέφεραν καθημερινά στο χωριό, την καθάριζαν από τα φύλλα και την πήγαιναν για άλεση σ' ένα από τα 25 ελαιοτριβεία, που ανήκαν σε ιδιώτες ή την εκκλησία. Τα κουκούτσια δίνονταν στους χοίρους για τροφή και τα υπολείμματα χρησιμοποιούνταν για το άλειμμα δαπέδων ή την παρασκευή αρκετά μέτριας ποιότητας σαπουνιού.
Επίσης η μελισσοκομία ήταν αρκετά διαδεδομένη, καθώς με αυτήν ασχολούνταν 160 άτομα. Υπήρχαν 190 σύγχρονες κυψέλες και περίπου χίλιες παραδοσιακές. ( 240 στην Όλυμπο, 160 στις Πυλές, 150 στο Απέρι κ.α.). Οι παραδοσιακές κυψέλες κατασκευάζονταν από κορμούς πεύκων, μήκους περίπου 1,60 μέτρων ή με πέτρες ενωμένες με ασβέστη ή πηλό. Η συλλογή του μελιού και του κεριού γινόταν δύο φορές το χρόνο (Ιούλιο - Αύγουστο και Οκτώβριο με Νοέμβριο). Όταν ο μελισσοκόμος εντόπιζε ένα νέο σμήνος (δική μας σημείωση: την άνοιξη ή αρχές καλοκαιριού), το έπιανε σε έναν σάκο, αν δεν είχε διαθέσιμο, στην ίδια του την φανέλα και το μετέφερε στη νέα του κυψέλη.
Ο Migliorini αναφέρει ότι η σηροτροφία (εκτροφή μεταξωσκολήκων), ήταν πολύ διαδεδομένη στο νησί, μάλιστα γινόταν εξαγωγή κουκουλιών. Την εποχή που κάνει την καταγραφή του, η σηροτροφία ήταν σε παρακμή και το μετάξι εισαγόταν, κυρίως από την Καλαμάτα.
Πέρα από τις εντατικές ποτιστικές καλλιέργειες και τη δεντροκομία, υπήρχε και σημαντική καλλιέργεια δημητριακών. Επειδή όμως και η κτηνοτροφία -αιγοπροβάτων- ήταν πολύ διαδεδομένη, είχε καθιερωθεί μεταξύ των γεωργών και των βοσκών από την αρχαιότητα μια συμφωνία, βάσει της οποίας η βοσκή επιτρεπόταν και μέσα στα χωράφια. Για τον σκοπό αυτό η αγροτική περιφέρεια κάθε κοινότητας υποδιαιρόταν σε δύο ή περισσότερα τμήματα. Έτσι για δύο συνεχή χρόνια σπερνόταν το ένα τμήμα, ενώ το άλλο προοριζόταν για τη βοσκή. Στη συνέχεια οι ζώνες εναλλάσσονταν. Το δικαίωμα βοσκής ανήκε σε κάθε πολίτη, τόσο για τα μικρά (ψιλά) ζώα(2) όσο και για τα μεγάλα (χοντρά). Το τμήμα που δεν σπερνόταν ονομαζόταν παραμέτοχο και αρχικά προοριζόταν για τα μεγάλα ζώα, τα οποία αφήνονταν εκεί από τον Οκτώβριο ως το Μάη χωρίς καμία επίβλεψη, φροντίζοντας όμως να μην μπορούν να βγουν από τους καθορισμένους χώρους, κλείνοντας τις εξόδους με καγκελόπορτες. Τα ζώα εργασίας, οι γάιδαροι και τα μουλάρια που χρησίμευαν για τη μεταφορά ξύλων, αλεύρων κ.λ.π. κρατούνταν στο χωριό ή στα χωράφια που ονομάζονταν μερωταριά. Γύρω στον Μάη το παραμέτοχο έπαυε να υφίσταται, επειδή τα μεγάλα ζώα χρειάζονταν για το αλώνισμα και τότε τα βοειδή και τα ιπποειδή μεταφέρονταν στο καλλιεργημένο τμήμα, ενώ το τμήμα που προοριζόταν για βοσκή καταλαμβανόταν από τα μικρά ζώα, τα οποία αυτήν την εποχή εγκατέλειπαν τους ψηλότερους βοσκότοπους και έβρισκαν ακόμα επαρκή τροφή, καθώς είναι λιγότερο απαιτητικά και πιο λαίμαργα από τα μεγάλα ζώα. (Κάτι παρόμοιο συνέβαινε και στα τυροκομεία των Άλπεων του Μπελούνο, όπου όταν τα ορεινά βοσκοτόπια εγκαταλείπονται από τα βοοειδή που επιστρέφουν στα χωριά, τα κτίσματα καταλαμβάνονται από τους βοσκούς προβάτων, οι οποίοι μέχρι τότε είχαν παραμείνει στους ψηλότερους βοσκότοπους.)
Επειδή οι καλλιέργειες βρίσκονταν σε επικλινή εδάφη, ήταν πολύ συχνή η ύπαρξη πολυάριθμων αναβαθμίδων, οι οποίες κατά τη γνώμη του, στο παρελθόν πρέπει η ύπαρξή τους να ήταν συχνότερη, όπως διαπίστωσε βλέποντας αρχαίες τεχνητές αναβαθμίδες, εγκαταλειμμένες από τις καλλιέργειες και καλυμμένες από το δάσος. Η εργασία στα χωράφια εκτελούνταν από τον ιδιοκτήτη τους (κανακάρης) ή δινόταν με την παραγωγή να μοιράζεται στη μέση (εθίμισο) σε κάποιον αγρότη (εργάτης). Ο ιδιοκτήτης έβαζε τον σπόρο και τον μισό απ΄ όσα απαιτούνταν για τη συγκομιδή του προϊόντος, ενώ ο αγρότης έβαζε την προσωπική εργασία. Η σοδειά, αφού αφαιρούνταν το μερίδιο που αναλογούσε στον αγροφύλακα, μοιραζόταν στα δύο. Αν όμως ήταν χωράφι με μικρή απόδοση, τότε ο αγρότης αναλάμβανε όλα τα έξοδα κι έδινε μία συμφωνημένη ποσότητα της σοδειάς στον ιδιοκτήτη.
![]() |
| Καλλιέργειες δημητριακών σε αναβαθμίδες κοντά στο μονοπάτι για μουλάρια μεταξύ Μεσοχωρίου και Σπόων. |
Σημαντικό ρόλο είχαν οι αγροφύλακες (δραγάτες), οι οποίοι βοηθούσαν στο κτίσιμο των ξερολιθιών (ξεροτρόχαλο), οριοθετούσαν τα χωράφια, φρόντιζαν ώστε οι καγκελόπορτες που βρίσκονταν κοντά στο χωριό και εμπόδιζαν στην είσοδο των ζώων, να λειτουργούν σωστά και κυρίως, επαγρυπνούσαν ώστε τα κοπάδια να μην εισχωρήσουν στις καλλιεργημένες ζώνες. Αν αυτό συνέβαινε, ήταν στη δικαιοδοσία τους να σκοτώσουν ένα πρόβατο ή μία κατσίκα (η οποία θα αποκάλυπτε, μέσω των σημαδιών στα αυτιά (σημείωση δική μας, η χαραή(3)), ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του κοπαδιού ή εξουσιοδοτούνταν να φυλακίσουν το ζώο, εάν επρόκειτο για μεγάλο ζώο, ώστε να αναγκάσουν τον ιδιοκτήτη του να έλθει να το παραλάβει, πληρώνοντας το αναλογούν πρόστιμο. Αν τα ζώα ανήκαν σε βοσκούς και όχι σε καστρινούς (αγρότες που διαβούν προσωρινά στην ύπαιθρο), το πρόστιμο ήταν βαρύτερο.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα περισσότερα χωράφια βρίσκονταν μακριά από τα χωριά, ο καλλιεργητής τους αναγκαζόταν να διαμένει συχνά εκτός του οικισμού και γι' αυτό χρησιμοποιούσε τις προσωρινές κατοικίες. Μετάβαινε στην ύπαιθρο γύρω στον Αύγουστο - Σεπτέμβριο, καθάριζε τα χωράφια του από τα αγριόχορτα, επισκεύαζε τις ξερολιθιές και προετοίμαζε τα χωράφια για τη σπορά. Η σπορά γινόταν μεταξύ του τέλους Νοεμβρίου και τα μέσα Φεβρουαρίου, και τότε πάλι ο αγρότης μετάβαινε στην ύπαιθρο για δεύτερη φορά, ενώ επέστρεφε στο χωριό κάθε Σάββατο βράδυ για να προμηθευτεί τρόφιμα (κυρίως ψωμί). Μία τρίτη περίοδος κατά την οποία ο καλλιεργητής διέμενε στα αγροτόσπιτα συνέπιπτε με το θερισμό (από τα μέσα Ιουνίου ως τα μέσα Ιουλίου). Τις υπόλοιπες περιόδους η φύλαξη των αγρών ανήκε στον δραγάτη. Μετά το αλώνισμα, που γινόταν στις άλωνες που ήταν προσαρτημένες στις αγροτικές κατοικίες, τα δημητριακά μεταφέρονταν στους μύλους, περίπου εκατό στον αριθμό, που ήταν νερόμυλοι (Αρκάσα, Απέρι, Μεσοχώρι) ή ανεμόμυλοι ( Σπόα, Όλυμπος, Όθος).
![]() |
| Ανεμόμυλος κοντά στα Σπόα |
Η γεωργία ήταν συνδεδεμένη με την κτηνοτροφία, η οποία όμως δεν επαρκούσε για τις ανάγκες του τόπου. Μόνο η Όλυμπος και οι Μενετές, χάρη στις εκτεταμένες καλλιεργούμενες εκτάσεις της Αυλώνας και του Εφιάλτη(4) αντίστοιχα, διέθεταν επαρκή δημητριακά, ενώ οι υπόλοιπες κοινότητες προμηθεύονταν από έξω, εξοφλώντας το χρέος με τα εμβάσματα των μεταναστών. Η σοδειά υπολογιζόταν σε 1300 καντάρια(5) κριθάρι και 300 καντάρια σιτάρι, τα οποία συχνά καλλιεργούνταν αναμεμειγμένα στο έδαφος. Λόγω των όχι και τόσο ευνοϊκών συνθηκών, η Κάρπαθος ήταν ένα από νησιά που απολάμβαναν διάφορα προνόμια διοικητικής αυτονομίας (μεταξύ άλλων, απαλλαγή από φόρους και από τη στρατιωτική θητεία), προνόμια υποσχεμένα και διασφαλισμένα από παλιά φιρμάνια του Σουλτάνου Σουλεϊμάν και των διαδόχων του έναντι καταβολής ετήσιου φόρου. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β' είχε επικυρώσει τα προνόμια (μακτού) σε ένα γνωστό irade(6) του 1835. Η Ιταλική διοίκηση διατήρησε το ευνοϊκό καθεστώς, διαθέτοντας τον ετήσιο φόρο σε δημόσια έργα.
Οι βοσκοί αποτελούσαν μια διακριτή τάξη από εκείνη των γεωργών, συνδέονταν όμως μεταξύ τους με ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης. Το επάγγελμά τους ήταν αρκετά επικερδές, δεδομένου ότι οι γενικές συνθήκες του νησιού, που διάθετε εκτεταμένες χορτολιβαδικές και βοσκήσιμες εκτάσεις, ευνοούσαν την κτηνοτροφία. Παρακάτω παρουσιάζονται ορισμένα στοιχεία για το μέγεθος του ζωικού κεφαλαίου:
|
Ζώα |
1895 |
1928 |
|
Ιπποειδή |
817 |
1017 |
|
Βοοειδή |
1662 |
947 |
|
Χοίροι |
820 |
614 |
|
Πρόβατα |
10510 |
5142 |
|
Αίγες |
20480 |
11623 |














