Πρώτα πρώτα να επισημάνουμε ότι δεν είμαστε ιστορικοί, αλλά δύο απλοί λάτρες της ιστορίας του νησιού μας. Οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τις δυνατότητες που δίνουν οι νέες τεχνολογίες, θα προσπαθήσουμε να φέρουμε στην επιφάνεια άγνωστες πληροφορίες για την ιστορία του νησιού μας. Παράλληλα θα καταγράψουμε τα σημεία εκείνα , που έχουν κάποιο ιστορικό ενδιαφέρον για τον τόπο μας, αλλά έχουν αγνοηθεί μέχρι σήμερα. Απλώς για να μείνουν ως ντοκουμέντα, μιας και μέρα με την ημέρα εξαφανίζονται.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Η Κάρπαθος το 1936 - Elio Migliorini (4)

 (συνέχεια από το προηγούμενο)

  Ο Ιταλός Γεωγράφος Elio Migliorini, έκανε μια λεπτομερή καταγραφή των γεωργικών και κτηνοτροφικών ασχολιών των κατοίκων της Καρπάθου. Από τις παρατηρήσεις του, συμπέρανε ότι οι κάτοικοι για να μπορέσουν να παράγουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους, αναγκάζονταν να απομακρύνονται από τα χωριά τους για ικανά διαστήματα και γι΄ αυτό έκτισαν σπίτια στην ύπαιθρο, τα οποία χρησιμοποιούσαν κατά τις περιόδους της σποράς και του θερισμού. (σημείωση δική μας: αναφέρεται στους στάβλους, όπως ονομάζονται τα αγροτόσπιτα στο νησί). Σε αυτά στεγάζονταν και τα ζώα, που βοηθούσαν στην καλλιέργεια των αγρών. Αλλά και οι βοσκοί είχαν τις δικές τους αγροικίες, στις οποίες επεξεργάζονταν το γάλα των κοπαδιών τους.

 Κατσίκια που βόσκουν κοντά στη Σπόα σε εδάφη που αποτελούνται από ηωκαινικούς ψαμμίτες. Σημειώστε το δυναμικό παράστημα της γυναίκας-βοσκού, με τις μεγάλες μπότες και τη κοντή φούστα.

  Κοντά στα χωριά, σε σημεία που αφθονούσαν τα τρεχούμενα νερά, υπήρχαν πολλοί λαχανόκηποι και οπωρώνες. Στους πρώτους καλλιεργούνταν κρεμμύδια, ντομάτες, κολοκύθια, λάχανα, μπιζέλια, ενώ στους δεύτερους μουριές, ροδιές, μηλιές, λεμονιές, αμυγδαλιές, καρυδιές, συκιές και κερασιές.

  Ιδιαίτερα διαδεδομένη ήταν και η καλλιέργεια της ελιάς και του αμπελιού. Παρατηρεί όμως ότι σε σχέση με την Κω, που έχει περίπου την ίδια επιφάνεια με την Κάρπαθο, η καλλιεργήσιμη αμπελουργική έκταση είναι πολύ μικρή. 2000 στρέμματα η Κάρπαθος, ενώ η Κως 15500. Απέδωσε τη διαφορά αυτή στη φυλλοξήρα(1), η οποία κατέστρεψε πολλούς αμπελώνες, ειδικά στα περίχωρα της Ολύμπου. Τα κλήματα ήταν έρποντα στις περιοχές με πολλή αέρα ή με υποστύλωση και κρεβατίνες στις πιο απάνεμες περιοχές. Το κλάδεμα γινόταν Φεβρουάριο με Μάρτιο, ενώ ο τρύγος μεταξύ 15 Αυγούστου και 15 Σεπτεμβρίου. Τα σταφύλια απλώνονταν για 5-6 μέρες στον ήλιο, σ΄ένα ελεύθερο μέρος του αμπελιού (καταολάς), όπου αφαιρούνταν οι χαλασμένες ρόγες, οι οποίες χρησίμευαν στην παρασκευή της ρακής. Στη συνέχεια μεταφέρονταν στα πατητήρια, εκτός από εκείνη την ποσότητα που γινόταν σταφίδα.

  Οι ελαιώνες ήταν πολυάριθμοι στις Πυλές, Απέρι, Όθος και Πηγάδια. Στην περίπτωση που φυτεύονταν νεαρά δέντρα, άφηναν αρκετή απόσταση μεταξύ τους, ώστε να αφήνεται χώρος για σπορά δημητριακών. Η συγκομιδή της ελιάς άρχιζε τον Οκτώβριο και διαρκούσε κάμποσους μήνες. Δεν γινόταν χρήση ραβδιών, αλλά οι ελιές αφαιρούνταν μία μία από τα δέντρα ή μαζεύονταν από το έδαφος. Την εργασία αυτή την έκαναν γυναίκες, οι οποίες ελάμβαναν το ένα τρίτο της συγκομιδής. Την ημερήσια παραγωγή την μετέφεραν καθημερινά στο χωριό, την καθάριζαν από τα φύλλα και την πήγαιναν για άλεση σ' ένα από τα 25 ελαιοτριβεία, που ανήκαν σε ιδιώτες ή την εκκλησία. Τα κουκούτσια δίνονταν στους χοίρους για τροφή και τα υπολείμματα χρησιμοποιούνταν για το άλειμμα δαπέδων ή την παρασκευή αρκετά μέτριας ποιότητας σαπουνιού.

  Επίσης η μελισσοκομία ήταν αρκετά διαδεδομένη, καθώς με αυτήν ασχολούνταν 160 άτομα. Υπήρχαν 190 σύγχρονες κυψέλες και περίπου χίλιες παραδοσιακές. ( 240 στην Όλυμπο, 160 στις Πυλές, 150 στο Απέρι κ.α.). Οι παραδοσιακές κυψέλες κατασκευάζονταν από κορμούς πεύκων, μήκους περίπου 1,60 μέτρων ή με πέτρες ενωμένες με ασβέστη ή πηλό. Η συλλογή του μελιού και του κεριού γινόταν δύο φορές το χρόνο (Ιούλιο - Αύγουστο και Οκτώβριο με Νοέμβριο). Όταν ο μελισσοκόμος εντόπιζε ένα νέο σμήνος (δική μας σημείωση: την άνοιξη ή αρχές καλοκαιριού), το έπιανε σε έναν σάκο, αν δεν είχε διαθέσιμο, στην ίδια του την φανέλα και το μετέφερε στη νέα του κυψέλη. 

  Ο Migliorini αναφέρει ότι η σηροτροφία (εκτροφή μεταξωσκολήκων), ήταν πολύ διαδεδομένη στο νησί, μάλιστα γινόταν εξαγωγή κουκουλιών. Την εποχή που κάνει την καταγραφή του, η σηροτροφία ήταν σε παρακμή και το μετάξι εισαγόταν, κυρίως από την Καλαμάτα.

  Πέρα από τις εντατικές ποτιστικές καλλιέργειες και τη δεντροκομία, υπήρχε και σημαντική καλλιέργεια δημητριακών. Επειδή όμως και η κτηνοτροφία -αιγοπροβάτων- ήταν πολύ διαδεδομένη, είχε καθιερωθεί μεταξύ των γεωργών και των βοσκών από την αρχαιότητα μια συμφωνία, βάσει της οποίας η βοσκή επιτρεπόταν και μέσα στα χωράφια. Για τον σκοπό αυτό η αγροτική περιφέρεια κάθε κοινότητας υποδιαιρόταν σε δύο ή περισσότερα τμήματα. Έτσι για δύο συνεχή χρόνια σπερνόταν το ένα τμήμα, ενώ το άλλο προοριζόταν για τη βοσκή. Στη συνέχεια οι ζώνες εναλλάσσονταν. Το δικαίωμα βοσκής ανήκε σε κάθε πολίτη, τόσο για τα μικρά (ψιλά) ζώα(2) όσο και για τα μεγάλα (χοντρά). Το τμήμα που δεν σπερνόταν ονομαζόταν παραμέτοχο και αρχικά προοριζόταν για τα μεγάλα ζώα, τα οποία αφήνονταν εκεί από τον Οκτώβριο ως το Μάη χωρίς καμία επίβλεψη, φροντίζοντας όμως να μην μπορούν να βγουν από τους καθορισμένους χώρους, κλείνοντας τις εξόδους με καγκελόπορτες. Τα ζώα εργασίας, οι γάιδαροι και τα μουλάρια που χρησίμευαν για τη μεταφορά ξύλων, αλεύρων κ.λ.π. κρατούνταν στο χωριό ή στα χωράφια που ονομάζονταν μερωταριά. Γύρω στον Μάη το παραμέτοχο έπαυε να υφίσταται, επειδή τα μεγάλα ζώα χρειάζονταν για το αλώνισμα και τότε τα βοειδή και τα ιπποειδή μεταφέρονταν στο καλλιεργημένο τμήμα, ενώ το τμήμα που προοριζόταν για βοσκή καταλαμβανόταν από τα μικρά ζώα, τα οποία αυτήν την εποχή εγκατέλειπαν τους ψηλότερους βοσκότοπους και έβρισκαν ακόμα επαρκή τροφή, καθώς είναι λιγότερο απαιτητικά και πιο λαίμαργα από τα μεγάλα ζώα. (Κάτι παρόμοιο συνέβαινε και στα τυροκομεία των Άλπεων του Μπελούνο, όπου όταν τα ορεινά βοσκοτόπια εγκαταλείπονται από τα βοοειδή που επιστρέφουν στα χωριά, τα κτίσματα καταλαμβάνονται από τους βοσκούς προβάτων, οι οποίοι μέχρι τότε είχαν παραμείνει στους ψηλότερους βοσκότοπους.)

  Επειδή οι καλλιέργειες βρίσκονταν σε επικλινή εδάφη, ήταν πολύ συχνή η ύπαρξη πολυάριθμων αναβαθμίδων, οι οποίες κατά τη γνώμη του, στο παρελθόν πρέπει η ύπαρξή τους να ήταν συχνότερη, όπως διαπίστωσε βλέποντας αρχαίες τεχνητές αναβαθμίδες, εγκαταλειμμένες από τις καλλιέργειες και καλυμμένες από το δάσος. Η εργασία στα χωράφια εκτελούνταν από τον ιδιοκτήτη τους (κανακάρης) ή δινόταν με την παραγωγή να μοιράζεται στη μέση (εθίμισο) σε κάποιον αγρότη (εργάτης). Ο ιδιοκτήτης έβαζε τον σπόρο και τον μισό απ΄ όσα απαιτούνταν για τη συγκομιδή του προϊόντος, ενώ ο αγρότης έβαζε την προσωπική εργασία. Η σοδειά, αφού αφαιρούνταν το μερίδιο που αναλογούσε στον αγροφύλακα, μοιραζόταν στα δύο. Αν όμως ήταν χωράφι με μικρή απόδοση, τότε ο αγρότης αναλάμβανε όλα τα έξοδα κι έδινε μία συμφωνημένη ποσότητα της σοδειάς στον ιδιοκτήτη.

Καλλιέργειες δημητριακών σε αναβαθμίδες κοντά στο μονοπάτι για μουλάρια μεταξύ Μεσοχωρίου και Σπόων. 

    Σημαντικό ρόλο είχαν οι αγροφύλακες (δραγάτες), οι οποίοι βοηθούσαν στο κτίσιμο των ξερολιθιών (ξεροτρόχαλο), οριοθετούσαν τα χωράφια, φρόντιζαν ώστε οι καγκελόπορτες που βρίσκονταν κοντά στο χωριό και εμπόδιζαν στην είσοδο των ζώων, να λειτουργούν σωστά και κυρίως, επαγρυπνούσαν ώστε τα κοπάδια να μην εισχωρήσουν στις καλλιεργημένες ζώνες. Αν αυτό συνέβαινε, ήταν στη δικαιοδοσία τους να σκοτώσουν ένα πρόβατο ή μία κατσίκα (η οποία θα αποκάλυπτε, μέσω των σημαδιών στα αυτιά (σημείωση δική μας, η χαραή(3)), ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του κοπαδιού ή εξουσιοδοτούνταν να φυλακίσουν το ζώο, εάν επρόκειτο για μεγάλο ζώο, ώστε να αναγκάσουν τον ιδιοκτήτη του να έλθει να το παραλάβει, πληρώνοντας το αναλογούν πρόστιμο. Αν τα ζώα ανήκαν σε βοσκούς και όχι σε καστρινούς (αγρότες που διαβούν προσωρινά στην ύπαιθρο), το πρόστιμο ήταν βαρύτερο.

   Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα περισσότερα χωράφια βρίσκονταν μακριά από τα χωριά, ο καλλιεργητής τους αναγκαζόταν να διαμένει συχνά εκτός του οικισμού και γι' αυτό χρησιμοποιούσε τις προσωρινές κατοικίες. Μετάβαινε στην ύπαιθρο γύρω στον Αύγουστο - Σεπτέμβριο, καθάριζε τα χωράφια του από τα αγριόχορτα, επισκεύαζε τις ξερολιθιές και προετοίμαζε τα χωράφια για τη σπορά. Η σπορά γινόταν μεταξύ του τέλους Νοεμβρίου και τα μέσα Φεβρουαρίου, και τότε πάλι ο αγρότης μετάβαινε στην ύπαιθρο για δεύτερη φορά, ενώ επέστρεφε στο χωριό κάθε Σάββατο βράδυ για να προμηθευτεί τρόφιμα (κυρίως ψωμί). Μία τρίτη περίοδος κατά την οποία ο καλλιεργητής διέμενε στα αγροτόσπιτα συνέπιπτε  με το θερισμό (από τα μέσα Ιουνίου ως τα μέσα Ιουλίου). Τις υπόλοιπες περιόδους η φύλαξη των αγρών ανήκε στον δραγάτη. Μετά το αλώνισμα, που γινόταν στις άλωνες που ήταν προσαρτημένες στις αγροτικές κατοικίες, τα δημητριακά μεταφέρονταν στους μύλους, περίπου εκατό στον αριθμό, που ήταν νερόμυλοι (Αρκάσα, Απέρι, Μεσοχώρι) ή ανεμόμυλοι ( Σπόα, Όλυμπος, Όθος). 

Ανεμόμυλος κοντά στα Σπόα

  Η γεωργία ήταν συνδεδεμένη με την κτηνοτροφία, η οποία όμως δεν επαρκούσε για τις ανάγκες του τόπου. Μόνο η Όλυμπος και οι Μενετές, χάρη στις εκτεταμένες καλλιεργούμενες εκτάσεις της Αυλώνας και του Εφιάλτη(4) αντίστοιχα, διέθεταν επαρκή δημητριακά, ενώ οι υπόλοιπες κοινότητες προμηθεύονταν από έξω, εξοφλώντας το χρέος με τα εμβάσματα των μεταναστών. Η σοδειά υπολογιζόταν σε 1300 καντάρια(5) κριθάρι και 300 καντάρια σιτάρι, τα οποία συχνά καλλιεργούνταν αναμεμειγμένα στο έδαφος. Λόγω των όχι και τόσο ευνοϊκών συνθηκών, η Κάρπαθος ήταν ένα από νησιά που απολάμβαναν διάφορα προνόμια διοικητικής αυτονομίας (μεταξύ άλλων, απαλλαγή από φόρους και από τη στρατιωτική θητεία), προνόμια υποσχεμένα και διασφαλισμένα από παλιά φιρμάνια του Σουλτάνου Σουλεϊμάν και των διαδόχων του έναντι καταβολής ετήσιου φόρου. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β' είχε επικυρώσει τα προνόμια (μακτού) σε ένα γνωστό irade(6) του 1835. Η Ιταλική διοίκηση διατήρησε το ευνοϊκό καθεστώς, διαθέτοντας τον ετήσιο φόρο σε δημόσια έργα.

  Οι βοσκοί αποτελούσαν μια διακριτή τάξη από εκείνη των γεωργών, συνδέονταν όμως μεταξύ τους με ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης. Το επάγγελμά τους ήταν αρκετά επικερδές, δεδομένου ότι οι γενικές συνθήκες του νησιού, που διάθετε εκτεταμένες χορτολιβαδικές και βοσκήσιμες εκτάσεις, ευνοούσαν την κτηνοτροφία. Παρακάτω παρουσιάζονται ορισμένα στοιχεία για το μέγεθος του ζωικού κεφαλαίου:

Ζώα

1895

1928

Ιπποειδή

817

1017

Βοοειδή

1662

947

Χοίροι

820

614

Πρόβατα

10510

5142

Αίγες

20480

11623


  Παρόλο που το ζωικό κεφάλαιο παρουσίαζε αισθητή μείωση, τα αιγοπρόβατα αποτελούσαν σταθερά το ένα έκτο του συνόλου των Ιταλικών κτήσεων του Αιγαίου. Τα μικρά ζώα συνήθως δεν ανήκαν στους βοσκούς, αλλά τους τα εμπιστεύονταν οι ιδιοκτήτες (ιδιώτες ή εκκλησία), σύμφωνα με τους καθορισμένους κανόνες. Το κοπάδι μπορούσε να παραχωρηθεί "με το κεφάλι", οπότε ο βοσκός όφειλε να επιστρέψει το κοπάδι με όσα ζώα το παρέλαβε. Το υπόλοιπο που περίσσευε (σημείωση δική μας: από γέννες), ανήκε στο βοσκό. Ή κατά μια άλλη μορφή συμφωνίας (του ριζικού), ο βοσκός επιστρέφει το κοπάδι όπως ήταν, αλλά έδινε στον ιδιοκτήτη καθορισμένες ποσότητες βουτύρου, μυζήθρας, τυριού, το μισό μαλλί, ενώ από τα αρνιά τα θηλυκά ανήκαν στον ιδιοκτήτη, από τα αρσενικά το 40% ανήκε στο βοσκό και το 60% στον ιδιοκτήτη του κοπαδιού. Υποχρέωση κάθε βοσκού ήταν επιπλέον να καταβάλλει έναν μικρό φόρο (5 λίρες για κάθε μικρό ζώο) στο Δήμο στις 30 Ιουνίου κάθε έτους, δηλαδή όταν μεταφέρονταν από τους υψηλότερους βοσκότοπους εκεί όπου έβοσκαν τα μεγάλα ζώα. Ο φόρος αυτός προοριζόταν για τη συντήρηση των σχολείων. Οι βοσκοί πραγματοποιούσαν τις μετακινήσεις τους σε μια όχι πολύ εκτεταμένη περιοχή και επέστρεφαν στο χωριό μια φορά την εβδομάδα για να φέρουν τους καρπούς της εργασίας τους, κυρίως το βούτυρο.(7)

(1) φυλλοξήρα: ασθένεια του αμπελιού, που προκαλείται από έντομο που τρώει την ρίζα, με αποτέλεσμα να ξεραίνεται το φυτό.
(2) ψιλά ζώα: αιγοπρόβατα     χοντρά ζώα: βοοειδή ή ιπποειδή
(3) εκτενή αναφορά έχει κάνει ο Μ.Γ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ - ΝΟΥΑΡΟΣ στα Λαογραφικά Σύμμεικτα Καρπάθου, τόμο Β΄, σελ 101-106
(4) αναφέρεται στον Αφιάρτη χρησιμοποιώντας την πιθανή αρχαία ονομασία της περιοχής. Σιτηρά καλλιεργούσαν στην περιοχή αυτή και οι Οθείτες, καθώς είχαν χωράφια εκεί από την εποχή των πειρατικών επιδρομών και τα οποία ποτέ δεν εγκατέλειψαν.
(5) καντάρι: Τουρκική μονάδα μέτρησης, που χρησιμοποιούνταν για αρκετά χρόνια μετά την Οθωμανική κυριαρχία. Ένα καντάρι ισοδυναμούσε με 56,41 κιλά.
(6) irade: γραπτή απόφαση του Σουλτάνου με άμεση εκτελεστική ισχύ.
(7) τα προϊόντα της παραγωγής τους, τα πουλούσαν αποκομίζοντας κάποιο κέρδος, ή μέρος αυτών το παρέδιδαν στον ιδιοκτήτη του κοπαδιού, ανάλογα τη συμφωνία που είχαν συνάψει.

Οι όροι γράφονται όπως τους ανaφέρει ο Elio Migliorini.

Σημείωση: Οι φωτογραφίες και οι λεζάντες τους είναι αυτές του Elio Migliorini, από το Δελτίο της Βασιλικής Ιταλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, Σειρά VII - Τόμος II, Τεύχος 4 - Απρίλιος 1937-XV, καθώς και όλα τα παραπάνω στοιχεία που παραθέτουμε. Οι φωτογραφίες ανήκουν στη συλλογή του ιστολογίου μας.

      ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗΣ                       ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ

 (συνεχίζεται)


 
  

 

 

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Η Κάρπαθος το 1936 - Elio Migliorini (2)

 (συνέχεια από το προηγούμενο) 

   Μετά τα Πηγάδια, ο Elio Migliorini, ασχολείται με τα υπόλοιπα χωριά της Καρπάθου. Ως γεωγράφος παρουσιάζει τα γεωφυσικά και μορφολογικά στοιχεία τους. Σύμφωνα με τις καταγραφές του το υψόμετρο τους κυμαίνεται από τα 50 μέτρα (Αρκάσα) ως τα 500 μέτρα (Όθος). Πέντε χωριά βρίσκονται σε υψόμετρο μεταξύ 300 και 450 μέτρων (Απέρι,Πυλές,Μενετές, Σπόα και Βωλάδα) και άλλα δύο μεταξύ 150 και 300 μέτρων (Μεσοχώρι και Όλυμπος). Παρατηρεί ότι κανένα χωριό δεν είναι κτισμένο σε επίπεδο έδαφος, αλλά όλα είναι κτισμένα σε κάποια πλαγιά, όπου τα κτίσματα διαμορφώνονται σε αναβαθμίδες. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει το Απέρι, του οποίου τα σπίτια έχουν διάταξη παρόμοια με τις υπερκείμενες αναβαθμίδες, οι οποίες καλλιεργούνταν με αμπέλια, οπωρώνες και περιβόλια. Αυτά αρδεύονταν με τα νερά της πηγής της Βλύας, που ανέβλυζε από τον βράχο, όχι μακριά από τη Βωλάδα. Το νερό ήταν διαυγές, σχετικά δροσερό και άφθονο, ενώ τρία χιλιόμετρα πιο κάτω χανόταν στα ασβεστολιθικά πετρώματα. Το Απέρι υποδιαιρούνταν σε τρεις συνοικίες που ενώνονταν με μια γέφυρα (σημερινό Γεφύρι). Η μεγαλύτερη συνοικία ήταν στη δεξιά πλευρά και οι άλλες δύο στην αριστερή πλευρά του χειμάρρου. Από την επεξήγηση της φωτογραφίας που έχει επισυνάψει, ως δεξιά είναι το σημερινό Κάτω και Πάνω Απέρι, ενώ στα αριστερά Μορροούς, Βαλαντού, Αγ. Βασίλης, Χογλακιά και Λώροι.


Το Απέρι, ένα χωριό σε πλαγιά λόφου με αναβαθμίδες, ήταν η πρωτεύουσα του νησιού μέχρι το 1893. Αριστερά βρίσκεται η κύρια εκκλησία, έδρα του Μητροπολίτη Καρπάθου και Κάσου.

    Με τον ίδιο τρόπο, μας λέει, είναι κτισμένες και οι Μενετές, όπου εκεί οι ταράτσες από πατημένο χώμα (το ώμα) επικρατούσαν έναντι των δίρριχτων σκεπών. Το ίδιο ισχύει και για τα άλλα χωριά. Ξεχωρίζει την Αρκάσα, η οποία κτίστηκε όχι σε κάποια πλαγιά, αλλά γύρω από έναν ρέμα στο οποίο έτρεχε συνεχώς νερό από δύο πηγές που βρίσκονταν ένα χιλιόμετρο μακριά από το χωριό. Τον ρέμα αυτό κινούσε περίπου δέκα νερόμυλους. Ο χείμαρρος χώριζε την Αρκάσα σε δύο τμήματα, ένα μεγαλύτερο στη δεξιά πλευρά κι ένα μικρότερο στην αριστερή τα οποία ενώνονται χαμηλά σε μια γέφυρα.

Μενετές: Επίπεδες στέγες από συμπιεσμένο χώμα και σπίτια σε κεκλιμένο έδαφος.

  Ιδιαιτέρως τον εντυπωσίασε η Όλυμπος. Για τον τρόπο κτισίματός της σε μια απότομη πλαγιά, όπου συχνά η ταράτσα του ενός σπιτιού χρησιμεύει ως αυλή του σπιτιού που βρισκόταν στο αμέσως αποπάνω διάζωμα. Για την τοποθεσία του χωριού που πέρα από την ισχυρή αμυντική του θέση, έχει ρεύματα αέρα τα οποία κινούν συνεχώς τους ανεμόμυλους που βρίσκονται στην κορυφογραμμή που χωρίζει τη δυτική με την ανατολική πλευρά του χωριού. Το πόσο αποκομμένη ήταν από το υπόλοιπο νησί, όπου χρειαζόταν πορεία 8-10 ωρών μέσα από δύσκολα μονοπάτια για να έλθουν σε επικοινωνία με κάποιο άλλο χωριό. Ο άγριος χαρακτήρας του χωριού, ο οποίος ενισχυόταν από την γύμνια  του εδάφους που το περιέβαλε. Η διατήρηση πανάρχαιων παραδόσεων, ειδικά η γλώσσα στην οποία διέκρινε αρχαϊκούς τύπους. Η χρήση ξύλινων μάνταλων στις πόρτες(1). Αλλά και η χαρακτηριστική στολή των γυναικών, τις οποίες φορούσαν για τις καθημερινές τους εργασίες, οι οποίες αποτελούνταν από λευκές βράκες καλυμμένες με ένα γαλάζιο χιτώνα, ο οποίος ανασηκωνόταν για να επιτρέπει το γρήγορο βάδισμα, ακόμα και στα πιο δύσβατα μονοπάτια.


Η Όλυμπος επικοινωνεί με το νότιο τμήμα του νησιού
μέσω μονοπατιών για μουλάρια, παρόμοια με αυτά που εικονίζονται εδώ.

  Δύο άλλοι οικισμοί, στους οποίους ο Migliorini παρατήρησε μία τάση ενδυνάμωσής τους, από κατοίκους που εγκατέλειπαν τα μεσόγεια του νησιού, είναι το Φοινίκι (επίνειο της Αρκάσας) και το Διαφάνι (επίνειο της Ολύμπου). Το Φοινίκι αριθμούσε 103 κατοίκους (το 1936), οι περισσότεροί του κάτοικοι ήταν γηγενείς (μόνο 15 γεννήθηκαν αλλού, οι 10 στις Πυλές). Διοικητικά το Φοινίκι ανήκε ακόμα στην Πυλές, αλλά έτεινε να αυτονομηθεί (Τελικά εντάχθηκε ως οικισμός στην Αρκάσα.) Υπήρχαν πολλά σπίτια που διέθεταν ευρύχωρες αποθήκες. Δέκα οικογένειες ασχολούνταν με την αλιεία, όπως και με τη ναύλωση μεταφορικών μέσων για την Κάσο. Υπήρχε έλλειψη νερού κι αυτό ήταν η αιτία που ανοίχθηκαν κάποια πηγάδια, με αντλίες που λειτουργούσαν με μηχανισμό αντιβάρων, όπως τα Πηγάδια.
Το Διαφάνι είχε περίπου τριάντα σπίτια. 

Φοινίκι, ένα πρόσφατα σχηματισμένο χωριό στη δυτική πλευρά, που βλέπει την Κάσο

Άποψη των Πυλών

  Πληθυσμιακά δεδομένα: Ο Elio Migliorini παρέθεσε τον παρακάτω πίνακα, ο οποίος κατέτασσε τις κοινότητες της Καρπάθου σε σχέση με τον πληθυσμό τους. Παρατηρούμε ότι σε σχέση με την απογραφή του 1891, το 1931, σαράντα χρόνια μετά, ο πληθυσμός του νησιού εμφανίζεται μειούμενος. 7405 έναντι 6575 κατοίκων. Βέβαια η απογραφή ήταν κατά προσέγγιση, καθότι χρησιμοποιούνταν ληξιαρχικά στοιχεία και όχι η μέθοδος της απευθείας απογραφής. Η προσωρινή απογραφή του 1936 (πιο λεπτομερής), εμφανίζει σύνολο πληθυσμού 7526 άτομα, από τα οποία τα 181 είναι ξένοι υπήκοοι και 63 Ιταλοί υπήκοοι  (αύξηση σε σχέση με το 1931 κατά 14,4%). Εκτός από τα Πηγάδια, για τα οποία έγινε λόγος στην προηγούμενη εγγραφή, αισθητή αύξηση εμφανίζουν οι Μενετές (309 κάτ.), το Απέρι (46), η Βωλάδα (68) και το Όθος (55), χωριά τοποθετημένα στην ευνοϊκότερη ζώνη όσον αφορά τα νερά και τα εδάφη. Η Όλυμπος αντίθετα σημειώνει μείωση κατά 98 κατοίκους και τα Σπόα κατά 32. Οι υπόλοιπες κοινότητες παρουσιάζουν ελάχιστες διακυμάνσεις. 

Κατάταξη

Κοινότητα

1931

1891

1η

Όλυμπος

1301

1350

2η

Μενετές

819

1340

3η

Απέρι

680

1160

4η

Πηγάδια

664

260

5η

Αρκάσα

556

500

6η

Πυλές

551

620

7η

Όθος

544

510

8η

Μεσοχώρι

539

780

9η

Βωλάδα

502

585

10η

Σπόα

419

300

ΣΥΝΟΛΟ


6575

7405

  Σημειώνει ότι η προσωρινή μετανάστευση στο παρελθόν ήταν σημαντική, σε σημείο που γύρω στο 1900 το ένα όγδοο των κατοίκων (900 άτομα), εργάζονταν ως χτίστες, λιθοξόοι, ξυλουργοί ή ως ανειδίκευτοι εργάτες στα άλλα νησιά του Αιγαίου, στον Πειραιά, στην Ανατολία ή την Αίγυπτο. Στη συνέχεια πολλοί κατευθύνθηκαν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες (Σικάγο, Πίτσμπουργκ, Νιου Καστλ, Πενσυλβάνια κλπ) δουλεύοντας ως σερβιτόροι και μικρέμποροι, και πιο πρόσφατα στην Περσία για οδικά έργα (από την Αρκάσα, Μενετές, Μεσοχώρι και Σπόα)(2).
 Παρατηρεί ότι η μετανάστευση ήταν κάτι που αφορούσε και τις Ιταλικές αλπικές περιοχές, που είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των αγροτικών εργασιών. Στην Κάρπαθο θεωρεί ότι ιδιαίτερο ρόλο έπαιζε και το κληρονομικό δίκιο, σύμφωνα με το οποίο όλη την πατρική περιουσία (εκτός αυτής που είχε δημιουργήσει με την προσωπική του εργασία ο πατέρας) κληροδοτούνταν στον πρωτότοκο γιο, περιορίζοντας τις δυνατότητες των άλλων αγοριών και αναγκάζοντάς τα να ψάξουν αλλού για εργασία. Όπως και η μεγαλύτερη κόρη κληρονομεί από τη μητέρα της όσα έφερε ως προίκα, όταν παντρεύτηκε. Το 1936 η μετανάστευση είχε σταματήσει εντελώς λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, αλλά στο νησί εξακολουθούσαν να έρχονται αξιόλογα χρηματικά εμβάσματα.

Άποψη του Όθους, 1936

(1) δες Λαογραφικά Σύμμεικτα Καρπάθου, τόμος Β΄, Αθήναι 1934, σελ 272), πλήρη καταγραφή των μαντάλων
(2) Σίγουρα οι πληροφορίες του είναι ελλιπείς, καθότι δεν αναφέρει για παράδειγμα τα ορυχεία, όπου δούλευαν πολλοί Καρπάθιοι στην Αμερική ή τα νταμάρια της Πεντέλης.

Σημείωση: Οι φωτογραφίες και οι λεζάντες τους είναι αυτές του Migliorini, από το Δελτίο της Βασιλικής Ιταλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, Σειρά VII - Τόμος II, Τεύχος 4 - Απρίλιος 1937-XV, καθώς και όλα τα παραπάνω στοιχεία που παραθέτουμε. Οι φωτογραφίες ανήκουν στη συλλογή του ιστολογίου μας.

Επιπλέον Βιβλιογραφία: https:  Απέρι ( χωριό, κοινότητα και δημοτικό διαμέρισμα)


ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗΣ                     ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

1937-38 Ιταλική Κατοχή! Διοικητικά και οικονομικά στοιχεία για την Κάρπαθο.

  Τα στοιχεία της εγγραφής αυτής, τα έχω ανασύρει από τη Γενική Επετηρίδα της Ιταλίας και της Ιταλικής Αυτοκρατορίας 1937-38, που εκδόθηκε από την εταιρία των Αδελφών Pozzo στο Τορίνο (ANNUARIO GENERALE D' ITALIA E DELL' IMBERIO ITALIANO 1937-38, DITTA FRATELLI POZZO TORINO). Στη σελίδα 155, υπάρχει το κεφάλαιο που αναφέρεται στα Ιταλικά νησιά του Αιγαίου (τα σημερινά Δωδεκάνησα). Θα περιοριστώ μόνο σε τμήματα αυτού, τα οποία αναφέρονται στην Κάρπαθο (Scarpanto). Σίγουρα τα στοιχεία της επετηρίδας δεν είναι πλήρη, κυρίως ως προς τους επαγγελματίες του νησιού, μας δίνουν όμως μια καλή εικόνα για την πολιτική και οικονομική κατάσταση του νησιού. Πολλά ονόματα είναι λάθος γραμμένα στα Ιταλικά, προσπάθησα να κάνω σωστή μετάφραση τους, πιθανόν όμως να έχω κάνει κι εγώ κάποια λάθη. Σίγουρα κάποια στοιχεία αποσιωπούνται, όπως για παράδειγμα οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις (και το αεροδρόμιο.)

Κατά την περίοδο αυτή, το νησί είχε 11500 κατοίκους κατανεμημένους σε 10 Δήμους. Η πυκνότητα ήταν 34.5 κάτοικοι/τ. χλμ. Όλοι οι κάτοικοι του νησιού ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Τα Δημοτικά Σχολεία χαρακτηρίζονται ως Ορθόδοξα (κατά αντιδιαστολή με τα καθολικά).Τα παραγόμενα είδη ήταν ελαιόλαδο και άλλα γεωργικά προϊόντα. Είχε κτηνοτροφία, παραγωγή χαλιών για τοπική χρήση (μάλλον αναφέρεται στους αργαλειούς) κι ένα μικρό εργοστάσιο τούβλων. Το νησί εισήγε άλευρα, υφάσματα και αποικιακά είδη και εξήγε εσπεριδοειδή και σταφύλια.

  Στις 31 Μαρτίου 1937, με Διάταγμα του Cesare Maria De Vecchi, όλες οι δημοτικές διοικήσεις διαλύθηκαν και διατυπώθηκε ένα ενιαίο κείμενο, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι δήμοι διοικούνται από έναν Podestà (Δήμαρχο), που διορίζεται από τον Κυβερνήτη. Κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, όλοι ορκίζονται από τον Cesare Maria De Vecchi.

 Υπήρχαν πέντε σταθμοί της Ταχυδρομικής και Τηλεγραφικής Υπηρεσίας στο νησί: Μεσοχώρι, Απέρι, Όλυμπο, Διαφάνι και Φοινίκι. Τα Ταχυδρομικά γραφεία λειτουργούσαν με τους ίδιους κανόνες με το Ιταλικό Βασίλειο. Τα ταχυδρομικά τέλη ήταν αυτά που ίσχυαν στο Βασίλειο.

 

Πηγάδια

Τα Πηγάδια, πρωτεύουσα του νησιού, είχαν 800 κατοίκους και ήταν το κύριο λιμάνι του νησιού (με μικρή προβλήτα όμως), με δευτερεύον το Φοινίκι. Ως Σκάλα αναφέρεται και το Διαφάνι. "Κόλπος Πηγαδίων. Εξαιρετική παραλία για κολύμπι (περίπου 800μ.). Είναι πολύ βαθύς και επιτρέπει την αγκυροβόληση."

Το οδικό δίκτυο είχε μήκος συνολικά 20χλμ. Συνέδεε τα Πηγάδια με Απέρι, Βωλάδα, Όθος, Πυλές, Φοινίκι, Αρκάσα και Πηγάδια με Μενετές.

Η τηλεφωνική επικοινωνία με τη Ρόδο γινόταν με υποβρύχιο καλώδιο, (το οποίο έβγαινε στον κόλπο του Βρόντη στην Περιοχή Τηλέγραφος).

Κυβερνητικός Αντιπρόσωπος: Λοχαγός De Longis Mario. 
Γραμματέας: De Casa Oreste
Διερμηνέας: Χατζηδημητρίου Νικόλας
Δήμαρχος: Ιωάννης Φιλιππίδης
Γραμματέας: Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης
Διοίκηση Βασιλικών Καραμπινιέρων (αστυνόμων):Ανθυπολοχαγός Pastore Francesco.
Διοικητής τμήματος: Αρχιλοχίας Cavallaro Alessιο. 
Εφημέριος: Παπά Νικόλαος Σακελλαρίδης.
Διευθυντής Τελωνείου - Διοικητής Τμήματος Οικονομικής Αστυνομίας:  Ανθυπολοχαγός Francesco Ardito. 
Βασιλικό Πρωτοδικείο. Πρωτοδίκης: Ιππότης Giacomo Fummu.
Γραμματέας δικαστηρίου: Χατζηκυριάκος Νικόλαος.
Λιμενικό Γραφείο. Διοικητής: Ταξίαρχος Giuseppe Leonne.
Γραφείο  Δασών. Διευθυντής: Hermer Valdemar.
Πεντατάξιο Δημοτικό Σχολείο. Διευθυντής:  Μοσχονάς Μιχαήλ.
Οδικές Μεταφορές: Πελεχρίνης Ηρακλής, Πρωτόπαπας Νικόλαος, Μακρής Εμμανουήλ, Κάτρος Εμμαμουήλ, Σκούλος Νικόλαος, Βόζος Αλκιβιάδης.
Δικηγόροι: Οικονομίδης Φραγκίσκος, Γιαννάκης Γ.
Έμποροι: Χατζηπαναγιώτης Ανδρέας, Λυριστάκης Νικήτας, Ματσάκης Εμμανουήλ, Ματσάκης Γεώργιος, Μικροπανδρεμένος Μηνάς, Ορφανός Ηλίας του Γεωργίου, Χιωτάκης Ανδρέας, Μανωλάκης Αλέξιος, Kασσιώτης Γεώργιος.
Οδοντίατρος: Λειβαδιώτης Κωνσταντίνος.
Φωτογράφος: Σταματιάδης Μιχαήλ.
Ιατροί - Χειρούργοι: Κοντός Κωνσταντίνος, Οικονομίδης Iωάννης, Τρεμπέλας Βασίλειος.
Ναυτιλιακή εταιρία: Adriatica Navigation Society (εβδομαδιαία δρομολόγια από και προς τα νησιά της Κτήσης).
Συμβολαιογράφοι: Χατζηκυριάκος Νικόλαος.

Απέρι

Το Απέρι είχε 1250 κατοίκους. 
Δήμαρχος: Ιατρός Σακελλαρίδης Αλέξανδρος.
Μητροπολίτης Καρπάθου και Κάσου: Γερμανός Μ.
Εκκλησιαστικό δικαστήριο: Μητροπολίτης Γερμανός Μonsignior(1) Μονωδιάδης.
Διοικητής Βασιλικών Καραμπινιέρων: Ταξίαρχος Macchioni Corrado.
Διευθυντής Γυμνασίου: Καπετανάκης Σταμάτιος.
Εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο. Διευθυντής: Λάμπρος Εμμανουήλ.
Αγρότες: Κάτρος Ιωάννης, Μακρής Π., Dekonemides N., Παπανικήτας Ν. Παπαβασίλη Β., Πετρίτη Μ., Βασιλάκη Π., Ζανάκης Μ.
Οδικές Μεταφορές: Μακρής Γεώργιος, Κάτρος Εμμανουήλ.
Καφενεία: Καφετζιδάκης Ν., Ματσάκης Μ., Τσαγκάρης Μ., Σταμπουλής, Γεωργιάδη.
Υποδηματοποιοί: Καφετζιδάκη Ν., Κωνσταντινίδης Σ., Παλληκαράς Βασίλης.
Έμποροι: Χουβαρδά Φωτεινή, Σταμπουλής Βασίλειος, Μακρής Γεώργιος.
Οδοντίατρος: Κωνσταντινίδης Δημήτριος.
Φαρμακοποιός: Λαμπρινός Γεώργιος.
Φωτογράφος: Σαρρής Βασίλειος.
Γιατροί - Χειρούργοι: Καπετανάκης Ιωάννης, Σακελλαρίδης Φραγκίσκος, Χατζημιχάλης Ηλίας, Λάμπρος Ανδρέας, Πετρίδης Μιχάλης.
Κουρείο: Νιωτής Μιχαήλ. 

Αρκάσα

Η Αρκάσα είχε 544 κατοίκους.
Δήμαρχος: Πιττάς Βασίλειος.
Γραμματέας: Καμαράτος Γεώργιος.
Εφημέριος: παπά Χατζήπαπας Μιχαήλ.
Πεντατάξιο Δημοτικό Σχολείο. Διευθυντής: Καμαράτος Γεώργιος.
Έμποροι: Χατζηνικόλας Πολυχρόνης, Δασκαλάκη Μαρία, Πρωτοψάλτης Μηνάς.

Μενετές

Οι Μενετές είχαν 1200 κατοίκους. "Κυρίως γεωργικό χωριό που βρίσκεται σε έναν γκρεμνό."
Δήμαρχος: Γεραπετρίτης Κωνσταντίνος.
Γραμματέας: Χαλκιάς Νικόλαος.
Εφημέριος: παπά Χατζιαντωνιάδης Αντώνιος.
Πεντατάξιο Δημοτικό Σχολείο.
Έμποροι: Χατζηδημητρίου Γεώργιος, Μαρής Γεώργιος, Γιαννόπουλος Γεώργιος, Γεραπετρίτης Βασίλειος.

Μεσοχώρι

Το Μεσοχώρι είχε 600 κατοίκους. "Σε βράχο με θέα τη θάλασσα. Υπάρχει μια πλούσια πηγή που αναβλύζει από το δάπεδο μιας εκκλησίας. Οι κάτοικοι ήταν αφοσιωμένοι στην κτηνοτροφία και τη γεωργία."
Δήμαρχος: Παπαμιχαήλ Μιχαήλ.
Γραμματέας: Βασιλάκης Νικόλαος.
Εφημέριος: παπά Σακελλαρίδης Εμμανουήλ.
Πρόεδρος Φασιστικής Οργάνωσης Αναψυχής - Διοικητής Βασιλικού Σταθμού Καραμπινιέρων: ταξίαρχος Marras Salvatote Angelo.
Πεντατάξιο Δημοτικό Σχολείο. Διευθυντής: Χαροκόπος Εμμανουήλ.
Έμποροι: Μαργέτης Ιωάννης, Φαρμακίδης Κώστας.

Όλυμπος

  Η Όλυμπος είχε 2000 κατοίκους. Ήταν ένας μεγάλος Δήμος, ο οποίος συνδεόταν με μουλαρόδρομο με το Απέρι. "Στην κορυφή του λόφου βρίσκονται περισσότεροι από 50 ανεμόμυλους, σχεδόν όλοι με πεταλοειδή κάτοψη. Σύμφωνα με την παράδοση είναι το παλαιότερο από τα χωριά που υπάρχουν στο νησί και το μόνο που έχει διατηρήσει τα αρχαία έθιμα. Συνηθίζουν να χρησιμοποιούν πολλές δωρικές λέξεις. Εντός της περιοχής του Δήμου βρίσκεται το λιμάνι του Τριστόμου, το οποίο είναι ενδιαφέρον για τα χαρακτηριστικά του, η αρχαία πόλη της Βροκούντας με τις κατοικίες της χτισμένες στους βράχους και μια άλλη αρχαία πόλη στο νησί της Σαρίας με το περίφημο μοναστήρι της Αγίας Σοφίας.
Επίνειο: Το Διαφάνι με λιμανάκι, χωριό 200 κατοίκων περίπου. Το Διαφάνι συνδέεται με την Όλυμπο με μουλαρόδρομο μιάμισης ώρας περίπου."
Δήμαρχος: Διακογεωργίου Γεώργιος.
Διοικητής Σταθμού Βασιλικών Καραμπινιέρων - Ειρηνοδίκης: Piras Antonio.
Προϊστάμενος Τελωνιακού Σταθμού - Διοικητής Βασιλικής Οικονομικής Υπηρεσίας: υπαρχιφύλακας Definis Luigi.
Εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο. Διευθυντής: Ζωγραφίδης Ηλίας.
Έμποροι: Καστελλοριζιός Αντώνιος, Καστελλοριζιός Κωνσταντίνος, Χαλκιάς Ιωάννης, Κόνσολας Ιωάννης, Τσαμπανάκης Γεώργιος.
Ιατρός - Χειρούργος: Οικονομίδης Φραγκίσκος.

Όθος

  Το Όθος είχε 700 κατοίκους. "Προϊόντα: κρασί, λάδι, πατάτες και λαχανικά. Υπάρχει μουλαρόδρομος για Πυλές 4 χλμ."
Δήμαρχος: Λαγωνικός Μιχαήλ.
Γραμματέας: Μαντινάος Μιλτιάδης.
Εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο. Διευθυντής: Μαντινάος Μιλτιάδης.
Εφημέριος: παπά Σταυράκης Νικόλαος.
Καφενεία: Λέου Βασίλειος, Κωστής Κώστας, Πικουλής Εμμανουήλ, Χατζαντώνης Βασίλειος.
Έμποροι: Σταυράκης Μιχαήλ, Αμανεζής Παναγιώτης, Λαγωνικός Θεόφιλος.

Πυλές

  Οι Πυλές είχαν 447 κατοίκους. "Η κύρια και πολύ σημαντική βιομηχανία είναι η αλιεία. Υπάρχει ο κόλπος Φοινίκι, με καλό σημείο αποβίβασης καϊκιών." (Το Φοινίκι διοικητικά ανήκε στις Πυλές.)
Δήμαρχος: Μαντινάος Ηλίας.
Εφημέριος: Παπά Μανωλακάκης Ανδρέας.
Διοίκηση Βασιλικής Οικονομικής Αστυνομίας. Δοικητής: Άγνωστο Όνομα.
Λιμενικός Σταθμός: Υπεύθυνος: Δεν υπάρχει όνομα.
Εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο: Διευθυντής: Χαζανδρούλης Ανδρέας.
Υποδηματοποιοί: Παναγιώτου Γεώργιος, Σκούλος Εμμανουήλ.
Καταστήματα: Ασλανίδης Ιωάννης, Νικολιδάκης Ιωάννης, Σόφιλλος Ηλίας, Οικονομίδης Νικόλαος (Φοινίκι), Καμαράτος Ηλίας (Φοινίκι), Πραξούλης Νικόλαος (Φοινίκι).
Ξυλουργοί: Σόφιλλος Ηλίας, Σόφιλλος Ιωάννης, Σόφιλλος Μιχαήλ, Μαλιχουτσάκης Μιχαήλ, Πατσουράκης Μηνάς.
Ιατρός - Χειρούργος: Χαλκιάς Μηνάς.

Σπόα

  Τα Σπόα είχαν 500 κατοίκους. "Μικρό ορεινό χωριό, κοντά στις ανατολικές ακτές του νησιού, στο βόρειο τμήμα.
Δρόμοι: Μουλαρόδρομος προς Όλυμπο (6 ώρες), προς Μεσοχώρι (9χλμ) και προς το κοντινό αγκυροβόλιο του Αγίου Νικολάου, όπου υπάρχουν βυζαντινά ερείπια. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία προβάτων και τη γεωργία."
Δήμαρχος: Σακέλλης Νικόλαος.
Εφημέριος: παπά Χαλκιάς Ιωάννης.
Τετρατάξιο Δημοτικό Σχολείο. Διευθυντής: Διακολιός Κωνσταντίνος.

Βωλάδα

  Η Βωλάδα είχε 700 κατοίκους.
Δήμαρχος: Καστελλοριζιός Βασίλειος.
Γραμματέας: Γεωργιάδης Εμμανουήλ.
Εφημέριος: Ιερομόναχος Ευγένιος.
Εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο. Διευθυντής: Μηναΐδης Μηνάς.
Φαρμακοποιός: Νικολαΐδης Αριστείδης.
Ιατροί - Χειρούργοι: Οικονομίδης Μηνάς, Μιχαηλίδης Εμμανουήλ, Οικονομίδης Φραγκιός.
Καφενεία: Χριστοδουλάκης Γεώργιος, Καλαφάτης Παναγιώτης, Παπαηλίας Νικόλαος, Μηναΐδης Κωνσταντίνος, Μάρτης Γεώργιος.
Υποδηματοποιοί: Χαλκιάς Ιωάννης, Χαλκιάς Ιωάννης του Μιχαήλ, Περδικολόγος Ιωάννης.
Έμποροί: Χριστουδουλάκης Ιωάννης, Κυζούλης Μηνάς.

(1) Monsignore, τιμητικός τίτλος στην Καθολική Εκκλησία, ο οποίος μερικές φορές χρησιμοποιούνταν και για ορθόδοξους ιεράρχες σε επίσημα ιταλικά έγγραφα.
 
Βασίλης Διακοβασίλης

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

Το ζεύγος Bent στη Κάρπαθο, το 1885... (2)

   συνέχεια από το προηγούμενο

  Ο James Theodore Bent μας δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις
διατροφικές συνήθειες στο Μεσοχώρι, κατ΄ επέκταση τα ίδια θα πρέπει πάνω κάτω να ίσχυαν σε όλο το νησί:
James Theodore Bent

 " Σε κάθε περίπτωση, οι λιχουδιές του τραπεζιού μας ήταν: καθημερινά συζητούσαμε για τα βρασμένα άκρα κατσικιού ή αρνιού. Δεν είχαμε λαχανικά εκτός από κρεμμύδια. Η μόνη μας πραγματική απόλαυση ήταν η βραστή κρέμα προβάτου ανακατεμένη με ντόπιο μέλι, και πού και πού ένα πιλάφι με σαλιγκάρια. Τα σαλιγκάρια βρασμένα σε ρύζι, με λάδι περιχυμένο από πάνω, και σερβιρισμένα με φουρκέτες (;) , ήταν μια ευπρόσδεκτη πολυτέλεια σε αυτά τα μέρη."  

  Περιγράφει ότι όλοι έτρωγαν οκλαδόν (σε καθιστή στάση με τα πόδια λυγισμένα και σταυρωτά προς τα μέσα, αλατούρκα), βάζοντας στη μέση του δαπέδου μια ξύλινη γαβάθα με το φαγητό, χωρίς τη βοήθεια κουταλιών ή πιρουνιών. 

  Κατά τη διαμονή τους στη Βωλάδα, αν χρειάζονταν κρέας ή γάλα, έπρεπε να στείλουν κάποιον σε κάποιο μαντρί στα βουνά για να αγοράσουν. Το καθημερινό τους φαγητό ήταν ψωμί και ελιές. Όσο για τα είδη παντοπωλείου, όσο κι αν πλήρωναν δεν ήταν δυνατόν να βρουν, καφέ και ζάχαρη. 

  Επίσης μας δίνει μια σημαντική αναφορά για μια βιβλική καταστροφή, που συνέβη στο νησί το 1884, τις συνέπειες της οποίας οι κάτοικοι του νησιού καλούνται να αντιμετωπίσουν μόνοι, δίχως καμία κρατική αρωγή:" Τον περασμένο χειμώνα οι κάτοικοι της Καρπάθου υπέστησαν μια τρομερή καταστροφή, ίχνη της οποίας είδαμε σε κάθε χωριό. Μια αναφορά αυτής της καταστροφής δεν εμφανίστηκε ποτέ στις ευρωπαϊκές εφημερίδες: δεν ανοίχτηκε ποτέ λίστα δωρητών στο Mansion House (το κτίριο όπου διαμένει ο Δήμαρχος του Λονδίνου) για λογαριασμό τους. Ωστόσο, αναρωτιέμαι αν αυτοί οι νησιώτες δεν υπέφεραν περισσότερο από άλλους των οποίων η καταστροφή ήταν περισσότερο γνωστή. Το νησί επισκέφθηκε ένας κυκλώνας βροχής που δεν σταμάτησε ποτέ για δύο εβδομάδες. Τα σπίτια τους παρασύρθηκαν. Οι αμπελώνες τους καταστράφηκαν. Τα χωράφια τους, που ήταν χτισμένα σε αναβαθμίδες στις πλαγιές του βουνού, υποχώρησαν. Μερικά από τα χωριά αντιπροσώπευαν την εμφάνιση όσων βρίσκονταν στη Χίο μετά τον σεισμό, και η μεγαλύτερη δυστυχία επικρατεί, γιατί δεν υπάρχει κυβέρνηση να βοηθήσει. Οι φόροι τους πρέπει να πληρώνονται κανονικά και δεν έχουν τίποτα να τους βοηθήσει στις αντιξοότητες τους εκτός από τη συνήθη εγκράτεια τους, η οποία επιτρέπει σε έναν Έλληνα χωρικό να επιβιώσει με αυτό που για τους άλλους θα ήταν καθαρή πείνα. Στο Μεσοχώρι ασχολούνταν δραστήρια με την επισκευή των ζημιών όταν ήμασταν εκεί, αλλά δεν ξέρουν πώς να προστατευθούν από την επανάληψη αυτής της καταστροφής. Οι πέτρινοι τοίχοι τους έχουν μόνο λάσπη αντί τσιμέντου: οι στέγες τους είναι από χώμα και τα δάπεδα από κοπριά." 

 

  Αναφέρεται στη διοίκηση της Καρπάθου, όπου κυβερνήτης ήταν Τούρκος (Καϊμακάμης), όπως και ο Ταμίας και ο αξιωματικός του Τελωνείου. Υπήρχαν πέντε Τούρκοι στρατιώτες για να στηρίζουν τις εντολές της Υψηλής Πύλης. Όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι της Καρπάθου ήταν Έλληνες, με σχεδόν πλήρη αυτοδιοικητά δικαιώματα. Εντύπωση του έκανε το πάθος που επιδείκνυαν οι κάτοικοι κατά την εκλογή των δημάρχων στα χωριά. Το ίδιο πάθος επιδείκνυαν και κατά τις συνελεύσεις τους, όπου μέσα από φωνές και διαξιφισμούς, τελικά καλούνταν ο δάσκαλος να γράψει την τελική απόφαση, ως ο πιο γραμματιζούμενος (με την υποψία του Bent, ότι αυτός τελικά έγραφε ότι ήθελε).
Mabel Virginia Anna Bent

  "Ογδόντα μέλη του χωριού ήταν συγκεντρωμένα και καθισμένα σταυροπόδι στην εκκλησία, άγριοι, απεριποίητοι βοσκοί, με χοντρές κάπες από δέρμα κατσίκας, και ιερείς με μακριά μαλλιά που κρέμονταν χαλαρά στους ώμους τους. Ξαφνικά θα ξεσπούσε ένα τέλειο πανδαιμόνιο φωνών σε έντονη διαμάχη, και τόσο γρήγορα θα σιωπούσε, όταν σηκωνόταν ο γηραιότερος άντρας του χωριού, ο Διάκονος Άγιος Γεώργιος όπως τον αποκαλούν - Διάκονος, επειδή ξέρει να διαβάζει και να γράφει, και Άγιος, επειδή ο παππούς του κάποτε ήταν προσκυνητής στον ιερό τάφο. «Είναι ο πιο έντιμος άνθρωπος όλης της Καρπάθου», μου ψιθύρισαν με σιωπηλό θαυμασμό" 

  Έχουμε και την περιγραφή του σπιτιού, που τους παραχωρήθηκε στη Βωλάδα, από την κυρία Σεβαστή. Το σπίτι ήταν κληρονομιά από την αδελφή της που είχε πεθάνει πρόσφατα και τους το έδωσε με τον όρο να μην διαταράξουν τη μνήμη της αδελφής της κάνοντας θορυβώδεις διασκεδάσεις: "Το σπίτι μας αποτελούνταν από ένα μεγάλο δωμάτιο. Το μισό είχε χωμάτινο δάπεδο. Το άλλο μισό ήταν μια υπερυψωμένη ξύλινη πλατφόρμα για τα κρεβάτια μας, κάτω από την οποία υπήρχαν ντουλάπια για λάδι και κρασί.(σουφάς και αποκρίατος) Τα παράθυρα δεν είχαν τζάμια. Και μερικές μέρες, όταν η ομίχλη του βουνού έπεφτε πάνω μας, σκύβαμε πάνω από το μαγκάλι με τα κάρβουνα και τρέμαμε ξανά. Ο υπηρέτης μας έμενε σε μια μικροσκοπική κουζίνα δίπλα, όπου οι αγώνες του να ανάψει φωτιά με υγρά ξύλα και να μαγειρέψει χωρίς σκεύη, συνήθιζε να προκαλεί τον πιο έντονο οίκτο μας."

  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια εξόρμησή τους (πικ νικ όπως λέει) στην Κυρά Παναγιά, όπου ο Τούρκος Καϊμακάμης τους ανταπέδωσε το τραπέζι που του είχε προσφέρει το ζεύγος Bent στη Βωλάδα. Τον εντυπωσίασε η περιοχή, ήταν λέει το πιο αγαπημένο απ΄ όλα τα μέρη του νησιού και μας πληροφορεί ότι το εκκλησάκι το φρόντιζε κάποιος ερημίτης Βασίλης. Επίσης μας δίνει μια υπέροχη περιγραφή της πηγής του Μερτώνα: "Κοντά σ’ αυτήν την εκκλησία υπάρχει μια πηγή, που αναβλύζει κατευθείαν μέσα από έναν βράχο· είναι παγωμένη και κρυστάλλινη, κι ολόγυρα στο σημείο που ξεπηδά, ο βράχος είναι στολισμένος με φτέρες, μαστίχα, μυρτιά και δάφνη που σχεδόν την κρύβουν από τα μάτια σου."

  Όπως πληροφορήθηκε ως θρύλο, το εκκλησάκι το έκτισε ένας Κρητικός πρόσφυγας το 1821, (πιθανόν ο καπετάν Στειακός, προύχοντας τους Απερίου την εποχή εκείνη), ο οποίος είχε δώσει όρκο στην Παναγία να της κτίσει ένα εκκλησάκι, αν τον οδηγούσε σε ένα ασφαλές μέρος. Η τοποθεσία εκτός από ασφαλής, είχε νερό, ήταν γόνιμη και απομονωμένη. Γιορταζόταν μία φορά το χρόνο, την ημέρα της Κοίμησης της Θεοτόκου (πιθανόν να κάνει λάθος εδώ). "Το γεύμα μας για πικνίκ ήταν η μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία, γιατί «η Κρέμα»  (Ο καϊμακάμης και το καιμάκ=κρέμα γάλατος, προσομοίαζαν ως ονομασίες, οπότε τον Τούρκο διοικητή τον φώναζαν Cream) έφερε μαζί του έναν από τους στρατιώτες του, έναν Αλβανό, που δεν μιλούσε άλλη γλώσσα παρά μόνο τη δική του. Αυτός ο άνθρωπος στάλθηκε στο βουνό για ένα αρνί, το οποίο μας μαγείρεψε κατά τον τρόπο των Αλβανών κλεφτών. Ένα ξύλινο σουβλάκι περάστηκε μέσα από το σώμα και ψήθηκε ολόκληρο μπροστά σε μια σιγοκαίγοντας φωτιά από ξύλα και περιχύθηκε με κρέμα και αλάτι. Όταν ήταν έτοιμο, σερβιρίστηκε σε ένα τραπέζι με αρωματικά βότανα - μαστίχα, δεντρολίβανο κ.λπ. Όλοι καθίσαμε οκλαδόν στο έδαφος, και το αρνί σχίστηκε σε κομμάτια, και σε κάθε καλεσμένο δόθηκε ένα κόκκαλο, το οποίο μαζέψαμε με περισσότερη ή λιγότερη επιδεξιότητα, ανάλογα με το πώς ήμασταν συνηθισμένοι σε αυτή τη διαδικασία. Ήμασταν πολύ χαρούμενοι με το γεύμα μας, και οι φίλοι μας προέβλεψαν ευχάριστα πράγματα για εμάς από το κόκκαλο της σπάλας του αρνιού, σύμφωνα με το έθιμό τους. Και μετά ήπιαμε ένα μεγάλο μπολ κρέμα γάλακτος, «το άνθος του γάλακτος», όπως το αποκαλούν, το οποίο, με ντόπιο μέλι, είναι πραγματικά νόστιμο, και μας έδωσε την ευκαιρία που επιθυμούσαμε να κάνουμε ένα δωρεάν λογοπαίγνιο, συγκρίνοντας τον κυβερνήτη με το ποτό μπροστά μας. Μετά το γεύμα μας, καπνίσαμε τσιγάρα κάτω από τη σκιά μιας χαρουπιάς - το δέντρο που οι χωρικοί λένε ότι ήταν το μόνο που ο διάβολος ξέχασε να χαλάσει, γιατί όλα τα άλλα έριχναν τα φύλλα και τους καρπούς τους, αλλά η χαρουπιά είναι για πάντα πράσινη και καρποφόρα. Είναι περισσότερο γνωστή σε εμάς ως η χαρουπιά, οι λοβοί της οποίας είναι γλυκοί και σαν μέλι, και μας έκανε να μην λυπόμαστε τόσο πολύ τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή για το επιδόρπιο που έτρωγε."

  Ενδιαφέροντα είναι και τα έθιμα της ταφής που βίωσε το ζεύγος Bent, στη Βωλάδα, με την ευκαιρία του θανάτου μια γνωστής τους, παντρεμένης γυναίκας. Λίγες ώρες μετά το θάνατό της, το άψυχο σώμα της πλύθηκε με κρασί και νερό, ντύθηκε με μια καλή, κεντημένη στολή της και τοποθετήθηκε σε ένα χαμηλό τραπέζι με λαβές. Γύρω της έστεκε η οικογένεια της, όχι μόνο στενάζοντας, αλλά ουρλιάζοντας με γοερά κλάματα μέχρι να έλθει η "μισθωμένη" μοιρολογίστρα, "μια γυναίκα με επιβλητική αλλά αποκρουστική στάση". "Η πρώτη της ενέργεια ήταν να πέσει πάνω στο πτώμα και να κλάψει. Έπειτα, στάθηκε όρθια δίπλα στο φέρετρο και ύψωσε τη φωνή της για να τραγουδήσει το μοιρολόι της σε μια διαπεραστική, σπαρακτική κλίμακα. «Πώς τολμά ο ήλιος να λάμπει μόνος του, σε μια τέτοια στιγμή θλίψης;» άρχισε, «Όπου τα παιδιά στερούνται τη φροντίδα της μητέρας τους, όπου η εστία αφήνεται έρημη για τον σύζυγο κατά την επιστροφή του από τη δουλειά στα χωράφια. Μακάρι να μπορούσα να κατέβω στον Άδη και να δω την αγαπημένη μου για άλλη μια φορά, για να της δώσω ένα αποχαιρετιστήριο φιλί από τους αγαπημένους της, των οποίων τα μυαλά είναι ταραγμένα σαν τη θάλασσα, μετά από μια δυνατή καταιγίδα στην ακτή"

  Όπως ήταν φυσικό, με το άκουσμα των λόγων της τα κλάματα των συγγενών έγιναν γοερότερα, μέχρι την ώρα που οι ιερείς ήλθαν στο σπίτι για να την μεταφέρουν στον τάφο της. Μια κανάτα με νερό έσπασε στο κατώφλι του σπιτιού, συνήθεια που έχουν οι Καρπάθιοι, όταν κάποιος φεύγει μακριά, σε ταξίδι.  "Ο οικογενειακός τάφος βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το χωριό, και στο δρόμο τους προς τα εκεί οι ιερείς έψαλλαν ύμνους, οι οποίοι διακόπτονταν συχνά από φρικιαστικές κραυγές των θρηνωδών που ηγούνταν της πομπής. Και καθώς περνούσε η θλιμμένη ομάδα, γυναίκες έβγαιναν από τα σπίτια τους για να ουρλιάξουν μαζί."

  Μας αναφέρει ότι κάθε οικογένεια είχε τον οικογενειακό της τάφο, με ένα μικροσκοπικό παρεκκλήσι, όπου τοποθετείται το σώμα πριν από την ταφή. Εκεί ψάλθηκε και η επικήδεια τελετή και στη συνέχεια πέρασαν όλοι οι πενθούντες για να αποδώσουν τον τελευταίο ασπασμό. Εκεί άρχισαν και πάλι τα θρηνητικά κλάματα των παραβρισκόμενων. Φέρετρο δεν υπήρχε, επειδή όπως έμαθε, θεωρούν ότι ένα πνεύμα κλεισμένο σε ξύλο δεν μπορεί να ξεφύγει.  "Ένα χρόνο μετά τον θάνατο, τα οστά βγαίνουν, τοποθετούνται σε ένα κέντημα σε έναν βράχο του νησιού, γιατί τα φαντάσματα δεν μπορούν να διασχίσουν το νερό. Μερικές φορές καίγονται και σκορπίζονται στους ανέμους. Και ένας ετοιμοθάνατος δεν πρέπει ποτέ να καλύπτεται με κανένα ύφασμα από τρίχες κατσίκας, γιατί θα κρατήσει το πνεύμα, ούτε πρέπει να περάσει τίποτα πάνω σε ένα πτώμα για τον ίδιο λόγο. Και ποτέ δεν κουμπώνουν τα ρούχα που φορούν στον νεκρό μετά τον θάνατο. Τέλος, αφαιρούν όλα τα δαχτυλίδια του, γιατί το πνεύμα, λένε, μπορεί να κρατηθεί ακόμη και στο μικρό δάχτυλο και δεν μπορεί να ξεκουραστεί."

  Μέσα στον τάφο τοποθέτησαν το πτώμα, σκεπασμένο με το χώμα που έριξαν οι συγγενείς και όταν έκλεισε τοποθέτησαν τον κασμά και το φτυάρι, που είχαν χρησιμοποιήσει για το άνοιγμα του τάφου, σε σχήμα σταυρού για είκοσι τέσσερις ώρες. "Ήταν πραγματικά σπαρακτικό να ακούω τα κλάματα των συγγενών όλο εκείνο το βράδυ δίπλα στον τάφο. Η ηλικιωμένη μητέρα του αποθανόντος, με ατημέλητα γκρίζα μαλλιά, γονάτισε εκεί για ώρες με τις άλλες κόρες της, διαδεχόμενος ο ένας παροξυσμός μετά τον άλλο, με σύντομα διαλείμματα για να πάρει ανάσα. Και μετά, την επόμενη μέρα, και τις καθορισμένες ημέρες μετά, έφερναν το βρασμένο σιτάρι στολισμένο με σταφίδες για να το τοποθετήσουν στον τάφο, και κάθε φορά τα κλάματά τους ανανεώνονταν."

   Είναι γεγονός ότι οι κάτοικοι της Καρπάθου, όπως γινόταν σε όλα τα μικρά και απομονωμένα μέρη, ήταν γεμάτοι δεισιδαιμονίες και προλήψεις, οι οποίες εν πολλοίς καθόριζαν τις ζωές τους. Η αμορφωσιά ήταν γενικευμένη, ελάχιστοι μάθαιναν γράμματα κι αυτά λίγα, μέχρι τις αρχές τουλάχιστον του 20ου αιώνα. Οπότε πολλοί επιτήδειοι έβρισκαν γόνιμο έδαφος για να ασκήσουν κάθε είδους πονηρή εξαπάτηση. Έναν τέτοιον επισκέφτηκε το ζεύγος Bent στο Όθος, ο οποίος παρουσιαζόταν ως προφήτης. "Στο γειτονικό χωριό Όθος ζει ένας εύσωμος και εύπορος προφήτης, ο οποίος έχει γίνει πλούσιος χάρη στις μαντείες του, γιατί σπάνια γάμοι ή ταξίδια γίνονται χωρίς να τον συμβουλευτούν, και δεν δίνει τις συμβουλές του χωρίς πληρωμή. Τον επισκεφτήκαμε μια μέρα και τον ακούσαμε να προφητεύει καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι με ένα πολύχρωμο κάλυμμα πάνω από τα (εμπνευσμένα;) άκρα του. Ήταν ένα χαρούμενο μικρό σπίτι, οι τοίχοι του οποίου ήταν κρεμασμένοι με ιερές εικόνες, ιερά κλαδιά ελιάς για να κρατούν μακριά το κακό μάτι, ένα φιαλίδιο με ιερό λάδι από το Πάσχα και αποκόμματα κρέατος που διατηρήθηκαν από το τελευταίο αρνί του Πάσχα, που τώρα ήταν σχεδόν ενός έτους. Υπήρχαν πλήθη ανθρώπων στο δωμάτιο, συμπεριλαμβανομένου ενός ιερέα, οι οποίοι συμμετείχαν με ευλάβεια στην προσευχή προς τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, πριν ξεκινήσουν οι μαντείες. Από κάτω από το μαξιλάρι του, ο προφήτης έβγαλε τα βιβλία της μαγικής τέχνης του, από τα οποία ομολογεί ότι εξηγεί το μέλλον. Ένα από αυτά είναι ένα συνηθισμένο ψαλτήρι, το οποίο ανοίγει και από την πρώτη γραμμή στην οποία πέφτει το μάτι διαβάζει τη μαντεία του. Και πάλι, έχει μια λίστα με αριθμούς, έναν από τους οποίους επιλέγεις τυχαία με ένα μυτερό κομμάτι ξύλου. Αυτός ο αριθμός αντιστοιχεί σε μια προφητεία στο βιβλίο μαγείας του, το οποίο σου διαβάζει ως το διάταγμα της μοίρας. Άνθρωποι έρχονται από όλα τα μέρη της Καρπάθου για να συμβουλευτούν αυτόν τον παράξενο άνθρωπο και, είπε ο ιερέας, «τα λόγια αυτού του μάντη σπάνια είναι λανθασμένα». Διαπιστώσαμε ξεκάθαρα από την εμπειρία μας ότι οι ιερείς, ο προφήτης και οι ηλικιωμένες γριούλες που θεραπεύουν ασθένειες έχουν τον δικό τους τρόπο και παίζουν ο ένας στα χέρια του άλλου στο παιχνίδι της εκβίασης."

Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι δικής μου επιλογής, όπως και η επεξεργασία του πρωτότυπου κειμένου έγινε με δική μου ευθύνη. Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε  στο Βρετανικό, μηνιαίο, λογοτεχνικό περιοδικό  Macmillan's Magazine, που εκδιδόταν από το 1859 ως το 1907, με τίτλο: Μια βάπτιση στην Κάρπαθο και στο περιοδικό Blackwood's magazine, που εκδιδόταν από το 1817 ως και το 1980, με τίτλο: Ένα μακρινό νησί.

Βασίλειος Διακοβασίλης

(Η συνέχεια στο επόμενο)




   

 


Η Κάρπαθος το 1936 - Elio Migliorini (4)

  (συνέχεια από το προηγούμενο )    Ο Ιταλός Γεωγράφος Elio Migliorini , έκανε μια λεπτομερή καταγραφή των γεωργικών και κτηνοτροφικών ασχολ...